Αρχική » Μαυροφορεμένες νεράιδες

Μαυροφορεμένες νεράιδες

0 comment 176 views

Σιγά μην φοβηθεί τον θάνατο! Σιγά μη την νικήσει!

Αυτή γεννήθηκε τη χρονιά του ένδοξου «ΟΧΙ»! Το 1940!

Πάντα αψηφούσε τέτοιες σκέψεις, δειλές! Η κυρά Δήμητρα έχει μάθει σε όλη της τη ζωή να τον προσπερνάει τον Χάρο! Να είναι ατρόμητη μπροστά του, να μην λυγίζει στης καρδιάς της τον χείμαρρο!

Οκτώβριος του 2016. Στη Φλαμουριά Πέλλας, το χωριό της, τέτοια ώρα τον χειμώνα αρχίζει το τσουχτερό κρύο. Ντύνεται γερά, φοράει πανωφόρια, κασκόλ και γάντια. Πάλι το αγιάζι της τρυπάει τη ψυχή. Δεν είναι μόνο η ηλικία της που προστάζει προστασία από το κρύο. Είναι η απάλευτη μοναξιά, που κάνει την θερμοκρασία να μοιάζει παγωνιά!

Δεν έχει πολύ ώρα που κάθισε να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της. Με τα βασανισμένα και πληγωμένα της χέρια, κρατάει ένα μικρό ταψάκι γεμάτο πιπεριές γεμιστές. Πάει καιρός που δεν την βαστάνε τα πόδια της. Τρέμει μη της πέσει, γιατί και τα χέρια της χορεύουν σαν κρατάει βάρος. Το βάζει στο φούρνο και γυρνάει τον διακόπτη. Λίγα λεπτά μόνο αρκούνε για να ζεσταθεί το νόστιμο φαγητό που αγαπάει ιδιαίτερα η πρώτη της εγγονή, η Πηνελόπη. Αχ, και να ήταν εδώ! Τι χαρά θα είχε σαν έδιωχνε τη μοναξιά!

«Μόνη σου πάλι θα φας! Σε ξέχασαν όλοι!», έρχεται μεμιάς η πικρή σκέψη στο μυαλό της ηλικιωμένης.

Την διώχνει αμέσως. Ξέρει πως τα κορίτσια έχουν διαβάσματα, το Σάββατο θα έρθουν να την δούνε. Νωρίς έδυσε ο ήλιος σήμερα, με τη μουντή συννεφιά που είχε ούτε φάνηκε στον ουρανό.  Σαν ψυχοπλάκωμα, θαρρείς!

Λίγες μπουκιές φαγητό μόνο τρώει, με μία φέτα χθεσινό ψωμάκι. Ο λογισμός της φεύγει από το φτωχικό τραπέζι της, πετάει μακριά. Στο παρελθόν, σε όλους αυτούς που έζησε μαζί τους τη ζωή της!

Πάνε δέκα χρόνια που έφυγε το στήριγμα της, ο Κώστας της. Για σαράντα τρία χρόνια ζήσανε μαζί. Παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, έζησαν όμορφα στη Νάουσα! Φτιάξανε το σπιτικό τους μόνοι τους κι έγινε αρχοντικό ολόκληρο! Κι εγγονάκια πρόλαβε να δει ο άντρας της πριν την αφήσει χήρα, στα 65 της. Μα, τι τα θες! Σαν έχασε τον σύζυγό της, η κυρά Δήμητρα αισθανόταν σαν φυλακή το σπίτι αυτό. Κάθε στιγμή εκεί, κάθε δωμάτιο ξεχείλιζε από αναμνήσεις αγάπης, οικογένειας και ζεστασιάς!

1953, θυμάται ακόμη και τη μέρα. 12 Ιουνίου, ξεκίνησε να δουλεύει στο μανάβικο του πατέρα της, θα κόντευε τα δεκατρία. Η Αναστασία στα έντεκα, ο Μανώλης οκτώ κι ο μικρός Αχιλλέας πέντε χρονών. Τέσσερα αδέρφια, δύο κορίτσια, δύο αγόρια στην οικογένεια της. Έξι στόματα να φάνε! Τι να προλάβει η δόλια η μάνα να μαγειρέψει; Βράδυ ερχόταν ο πατέρας τους από το μαγαζί του και η μάνα τους από τις αγροτικές και τις υπόλοιπες δουλειές που είχε.

Η Δήμητρα από μικρή πήρε μονάχη της τον ρόλο της νοικοκυράς. Της καθαρίστριας, της αδερφής, της μάνας, του προστάτη για τα μικρότερα αδέρφια της. Ήτανε, βλέπεις, η μεγαλύτερη! Είχαν και τη γιαγιά και τον παππού στο σπίτι μα η Δήμητρα ήθελε να είναι αυτή αρχηγός.

Ατρόμητη κι ακούραστη, από τη πρώτη στιγμή ξεχώριζε με την δυναμικότητα της. Κουβαλούσε μεγάλες κατσαρόλες, έπλενε ταψιά, έτρεχε στο μανάβικο να φέρει λαχανικά, οτιδήποτε! Δεν καταδεχόταν να αφήσει τη γιαγιά της να καθαρίσει. Εξήντα χρόνια μεγαλύτερη της! Ντρεπόταν και μόνο στη σκέψη! Και δεν φοβόταν το βράδυ, σαν άλλα κορίτσια της ηλικίας της. Η αίσθηση της ευθύνης και της αξιοπρέπειας απέναντι στην οικογένεια της, της έδινε ώθηση να αντέχει όλη μέρα.

Στο σχολείο πρώτη και καμαρωτή. Της άρεσε τόσο πολύ να διαβάζει! Ότι βιβλίο υπήρχε στο σπίτι, το είχε ξεφυλλίσει! Κι όχι μόνο μία φορά! Η Αναστασία ερχόταν πάντα κοντά της, όταν έκαναν τα μαθήματα τους στο σπίτι. Λες κι ήθελε να πάρει λίγη από την αύρα της! Γύρω γύρω από το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, με τα φθαρμένα και γδαρμένα πόδια, έγραφαν. Οι δύο μικρότεροι συχνά έπαιζαν μεταξύ τους αντί να μελετούν. Ένα διαπεραστικό και περήφανο βλέμμα της Δήμητρας έφτανε, να τους κάνει να σταματήσουν.

«Κακομοίρηδες, να δω τι θα πείτε στη μάνα μας! Σκουμπωθείτε, σας λέω!», τα λόγια της πάντα έπιαναν τόπο.

Την σεβόντουσαν την μεγάλη τους αδερφή. Την αγαπούσαν σαν μάνα. Όλη μέρα στο μανάβικο ο πατέρας τους, τον έβλεπαν λίγο. Τη μάνα τους, δεν την χάρηκαν ποτέ, όσο ήθελαν. Την νίκησε η κακιά αρρώστια, στα νιάτα της ακόμη. Τέσσερα αδέρφια ορφανά, μόνο με τον παππού και τη γιαγιά στο σπίτι πια. Αυτή ήταν η οικογένεια τους, η περιουσία τους!

Κι η Δήμητρα σηκωνόταν πρώτη το ξημέρωμα κι έπεφτε ψόφια το βράδυ, όταν τα μάτια έκλειναν μόνα τους. Την έπαιρνε ο ύπνος όρθια στη καρέκλα καθώς περίμενε τον πατέρα της να τον χαρεί λίγο σαν κόρη. Πόσο της έλειπε, αλήθεια!

Όλα τα αδέρφια παντρεύτηκαν νωρίς. Κι η Δήμητρα, στα είκοσι δύο της χρόνια είχε γίνει ολόκληρη γυναίκα. Όμορφη, με μαύρα πλούσια μαλλιά, λαμπερά μάτια και κορμοστασιά αρχόντισσας! Προκομένη στο νοικοκυριό, άφθαστη στη μαγειρική! Μα αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει, ήταν ο χαρακτήρας της. Οι ιδέες της έφερναν ταραχή στους άντρες και δυσφορία στις γυναίκες του χωριού που ζήλευαν την ανεξάρτητη σκέψη της. Δεν υπήρχε άντρας στη Νάουσα που να μην είχε ακούσει για αυτήν! Να την συνάντησε στο χωριό ή στο πάρκο της πόλης και να μη μαγεύτηκε από τα κάλλη της. Μα στη συζήτηση, δεν έβρισκε αντίλογο εύκολα! Πολλοί νέοι θέλησαν να τη γνωρίσουν με σκοπό τον γάμο. Αυτή, έκλεινε αδιάφορα τα αυτιά της σε όλα τα προξενιά που άκουγε. Ακόμη κι από την οικογένεια της.

«Εγώ με τον έρωτα θα παντρευτώ! Αλλιώς, θανατώστε με!», διαμήνυσε στον πατέρα της την πρώτη φορά που ένας γείτονας τόλμησε να κάνει κουβέντα μπροστά της επειδή την καλόβλεπε για νύφη.

Ο Γιάννος είχε τον τρόπο του. Κληρονομιά από τους γονείς του. Παράς με ουρά. Αλλά τη σύζυγό του, την ήθελε δούλα. Τέτοιες βλέψεις είχε! Να διατάζει και να σκύβει το κεφάλι της η γυναίκα. Κι αυτό για την Δήμητρα, ήταν ανήκουστο!

Δεν θα πρόδιδε ποτέ τις ιδέες της! Δεν γεννήθηκε για να είναι σκλάβα! Τον ξαπόστειλε πίσω λοιπόν παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα της.

Σαν γνώρισε τον Κώστα, ένοιωσε στα στήθη τον καημό του έρωτα μεμιάς!

Εκεί στη πόλη, την ημέρα της μνήμης της θυσίας των ατρόμητων γυναικών του Απριλίου του 1822, στεκόταν κόσμος μπροστά από τον Αράπιτσα, τον ποταμό της δόξας της ηρωικής Νάουσας. Εκεί τον είδε πρώτη φορά. Παλικάρι δύο μέτρα, δυνατός σαν ταύρος, με μελιά όμορφα μάτια και λίγα καστανά γένια. Κι ένα χαμόγελο, μάνα μου! Έλιωσε η καρδιά της σαν κερί, μόλις την κοίταξε πρώτη φορά μέσα στα μάτια.

«Αθάνατες!», φώναξε η Δήμητρα και αυτός αμέσως γύρισε να της μιλήσει.

«Πόσο ηρωικό, να αψηφάς τον θάνατο!», της είπε.

Από εκείνη την στιγμή, ξεκίνησε η κοινή ζωή τους, τον Απρίλιο του 1962. Μέχρι τον Οκτώβρη του 2005 που τον πρόδωσε η καρδιά του. Η αδερφή της κυρά Δήμητρας, η Αναστασία επέμενε να έρθει να ζήσει μαζί της στη Νάουσα σαν έμεινε χήρα. Της έκανε το χατίρι. Μα το σπίτι τους, το πατρικό στο χωριό δεν το ξέχναγε. Πήγαινε συχνά κι έμενε κι εκεί με τον καλό καιρό. Συνήθως τα Σαββατοκύριακα. Καθάριζε όλα τα δωμάτια με σχολαστικότητα. Τίναζε όλα τα στρωσίδια, κιλίμια, βελέντζες, κουβέρτες. Κι ας της έλεγε ο γιατρός να προσέχει τη μέση της.

«Εγώ ξέρω πότε δεν μπορώ!», έλεγε συνεχώς στην αδερφή της.

Σαν πότιζε τα λουλούδια στην αυλή το πρωί, ένοιωθε κοριτσάκι. Η ευτυχία της ήταν να βρίσκεται στο σπίτι που μεγάλωσε! Στο σπίτι που απόλαυσε η ψυχή της την αγάπη!

Σε όλα τα εγγόνια της είχε αδυναμία. Πέντε αξιώθηκε να δει, τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Τα κορίτσια ήταν πάνω κάτω συνομήλικα. Η Πηνελόπη την άνοιξη του 2017 γινόταν δεκαεπτά χρονών. Κοπέλα όμορφη, με γλυκό πρόσωπο, αέρινες κινήσεις και μιλιά σαν τραγούδι. Η Δέσποινα με την Κωνσταντίνα ήταν δίδυμες. Θα γινόταν δεκαέξι το ερχόμενο καλοκαίρι. Μοιάζανε πολύ. Η Κωνσταντίνα, εκτός από το όνομα είχε πάρει και τα μάτια του παππού της. Η Δέσποινα, της μαμάς της. Αγαπούσε τη μουσική κι είχε ήδη γραφτεί σε μαθήματα κιθάρας.

«Νεράιδες! Οι τρεις πανέμορφες νεράιδες μου!», τις αποκαλούσε η κυρά Δήμητρα με υπέρμετρη αγάπη και θαυμασμό.

Τα αγόρια τα κρατούσε στην αγκαλιά της, όταν ερχόντουσαν να την δούνε. Ακόμη μικρά ήτανε, οκτώ χρονών και τα δύο. Τα ένοιωθε σαν δικά της παιδιά. Και αυτά δεν ξεκολλούσαν από κοντά της. Κι ο Γιωργάκης και ο Δημητράκης της.

«Βρε μάνα, να σου τα αφήσουμε όλα τα εγγόνια μια εβδομάδα; Δεν θα πούνε όχι!», την πείραζε κάθε φορά η Ιωάννα, η μεγάλη της κόρη.

«Στις διακοπές σας, μόνο! Το σχολείο και τα μάτια σας, ακούτε κοπέλες μου;», απαντούσε η κυρά Δήμητρα με λάμψη στο βλέμμα και αγαλλίαση στη καρδιά της.

Μόνο υπερηφάνεια ένοιωθε για τις τρεις εγγονές της που μεγάλωναν γρήγορα. Ήθελε να πετύχουν στη ζωή τους, να γίνουν ατρόμητες γυναίκες! Καλλιεργημένες, έξυπνες και να μη φοβούνται τη δουλειά. Αλλά να αγαπούν και την ζωή, την οικογένεια. Η Πηνελόπη, η Δέσποινα κι η Κωνσταντίνα είχανε δώσει ιερή υπόσχεση στη γιαγιά τους. Κι ήτανε κάτι μυστικό που το είχανε μοιραστεί μόνο οι τέσσερις τους, μια κρύα βραδιά του χειμώνα δίπλα στο τζάκι. Πάνε δύο χρόνια που είχανε έρθει για Σαββατοκύριακο στο χωριό, να μείνουνε στην αγαπημένη τους γιαγιά. Η Αναστασία, η αδερφή της Δήμητρας έμεινε στη πόλη. Ο Αχιλλέας διέμενε χρόνια στη Γερμανία κι ο Μανώλης στη Πάτρα.

Μόλις είχανε φάει χορτόπιτα, που έφτιαξε το μεσημέρι η κυρά Δήμητρα. Ξαπλωμένη η Πηνελόπη στην πορτοκαλί βελέντζα, την παρακάλεσε:

«Πες μας γιαγιά, εκείνη την ωραία ιστορία με την επανάσταση! Εσύ τα λες γλυκά!».

Η Δέσποινα ήταν πάντα λιγομίλητη. Μα το σμαραγδένιο της πρόσωπο φωτίστηκε μόλις άκουσε την ξαδέρφη της. Κι έφεξε σαν το φεγγάρι! Η γιαγιά τους, ανοιχτόκαρδη και πρόθυμη πάντα τις κοίταξε σιωπηλά. Κάθισε στον καναπέ με μία κούπα ζεστό τσάι με μέλι στα χέρια της. Η ζέστη από τα ξύλα που καιγόντουσαν τις τύλιγε με μία γλυκιά θαλπωρή. Ξεκίνησε την αφήγηση, όπως την θυμόταν. Της είχε διηγηθεί κι η μάνα της την ιστορία αυτή. Κι η ίδια είχε διαβάσει βέβαια. Μα τα γράμματα δεν αξίζουν τίποτα, αν δεν έχεις τη φλόγα μέσα σου. Αν δεν παίρνει φωτιά το μυαλό σου κι οι σκέψεις σου με την ανθρώπινη θυσία!

«Το Ζάλογγο της Μακεδονίας μας! Η άλωση της Νάουσας δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τους Τούρκους. Κάνανε σφοδρές επιθέσεις! Και οι Έλληνες μάχονταν σαν λιοντάρια…..».

            Οι περιγραφές της ηλικιωμένης μαγεύανε τα κορίτσια. Την άκουγαν με προσοχή και απόλυτη ησυχία. Κι όταν έφτασε στην ώρα της θυσίας, δακρύσανε κι οι τρεις κοπέλες μαζί. Πιάστηκαν από τα χέρια. Λες και οι περιγραφές της γιαγιάς τους, είχανε τη δύναμη να τις τραβήξουν και να τις παρασύρουν στον ποταμό!

«Η βοή από τον καταρράκτη του ποταμού Αράπιτσα ακουγόταν σαν επιθανάτιος ύμνος. Εκεί μπροστά βρέθηκαν οι ηρωίδες αυτές, κορίτσια μου! Μπροστά στον άγριο παφλασμό των νερών! Και πίσω τους μόνο Τούρκοι λυσσασμένοι να τις πάρουν τη ζωή και την τιμή τους! Σε σκλαβοπάζαρα θα κατέληγαν όσες έμεναν ζωντανές στα χέρια τους, ατιμασμένες! Αγκαλιά με τα παιδιά τους, το σκέφτεστε; Τι θάρρος και αυταπάρνηση είχανε αυτές οι Ελληνίδες! Προτίμησαν τον θάνατο από τη σκλαβιά σε ένα χαρέμι! 22 Απριλίου 1822, μη την ξεχάσετε ποτέ αυτή την ημερομηνία, σας ξορκίζω! Ο ηρωισμός των ψυχών τους πρέπει να είναι δίδαγμα για όλους εμάς, που ζούμε ελεύθεροι! Μα για τις γυναίκες, διπλή τιμή! Θυσίασαν και τα παιδιά τους, όχι μόνο τη ζωή τους!».

            «Είμαι περήφανη που ο τόπος μας γέννησε τέτοιες γυναίκες γιαγιά!», τόνισε αποφασιστικά η Δέσποινα.

            «Κι εγώ το ίδιο! Η θυσία τους δεν πρέπει να ξεχαστεί ποτέ!», απάντησε κι η Κωνσταντίνα ενθουσιασμένη.

            «Υποσχεθείτε μου λοιπόν πως θα είστε πάντα μονιασμένες! Αλλά και να σκέφτεστε ελεύθερα, να καλλιεργείτε το μυαλό σας! Μόνο έτσι προοδεύει ο άνθρωπος! Εντάξει, μικρές μου νεράιδες;», η κυρά Δήμητρα χάιδεψε τα καστανά μαλλιά της Πηνελόπης και αυτή γέλασε.

Αμέσως της ανακάτεψε τα μαλλιά κι η Κωνσταντίνα. Το κοριτσίστικο παιχνίδι άναψε. Σαν τη φλόγα της αγάπης στη καρδιά. Κι η κυρά Δήμητρα, ήξερε πως αυτά τα τρία κορίτσια θα πετύχουν στην ζωή τους. Θα είχανε την θυσία του 1822, σκέψη αλησμόνητη διαχρονικά στο μυαλό τους. Για όλη τους τη ζωή!

            Ένας δυνατός πόνος στο στήθος, επανάφερε τη σκέψη της στο σήμερα. Έφαγε τα γεμιστά και ξάπλωσε. Οι σκέψεις της δεν είχανε φύγει ακόμη. Τελευταία ένοιωθε έντονο το σφίξιμο στη καρδιά. Δεν μιλούσε, υπόμενε σιωπηλά τον πόνο. Μα σήμερα, ήτανε διαφορετικός.

            Πήρε τηλέφωνο την αδερφή της. Πάντα μιλούσανε με την Αναστασία συχνά.

            «Δεν είμαι καλά σήμερα, θα έρθεις Τασσώ μου;», την ρώτησε γλυκά με αδύναμη φωνή.

            Έτσι την αποκαλούσε χαϊδευτικά. Η Τασσώ μου, έλεγε από μικρά παιδιά. Όταν ήρθε η αδερφή της, θέλησε να την αγκαλιάσει. Μα αυτή άρχισε να κλαίει κι η Δήμητρα την μάλωσε.

            «Τόσα χρόνια με ξέρεις! Δεν φοβάμαι! Τον Κώστα μου θέλω να πάω να βρω! Άντε που κλαις, μικρό κορίτσι!», είπε γλυκά στην αδερφή της.

            Αυτά ήτανε και τα τελευταία της λόγια. Ξεψύχησε μετά από λίγο δίπλα της. Κι η Αναστασία της κράταγε το χέρι σαν έφυγε κι η στερνή της ανάσα. Συγκλονισμένη!

             Πολύς κόσμος μαζεύτηκε στο χωριό την άλλη μέρα σαν μαθεύτηκε η απώλεια της κυρά Δήμητρας από ανακοπή καρδιάς. Όλοι την αγαπούσανε! Είχε μεγαλώσει παιδιά κι εγγόνια! Είχε γίνει η μάνα στα αδέρφια της από 11 χρονών. Τρέξανε από Πάτρα κι από Ντύσσελντορφ τα μικρότερα αδέρφια της, Ήρθαν όλοι να την δούνε ξανά. Όλοι είχανε ένα καλό λόγο να πούνε! Και μέσα στο ανθρώπινο ασκέρι που περιφερότανε στο χωριό και στο πατρικό της γιαγιάς Δήμητρας, ξεχώριζαν τρεις σκιερές φιγούρες.

             Αυτές ήτανε η Πηνελόπη, η Δέσποινα κι η Κωνσταντίνα. Οι τρείς μαυροφορεμένες κοπέλες, οι τρεις αγαπημένες ξαδέρφες που είχανε δώσει υπόσχεση εκείνο το βράδυ με τη γιαγιά τους στο τζάκι. Έμελλε να είναι μαζί και πάλι, στην ύστατη στιγμή αγάπης και πίκρας!

            Τα μάτια τους κατακόκκινα από το κλάμα. Μα πως να το πιστέψουν σαν σήκωσαν το τηλέφωνο για την τρομερή είδηση! Πως να στερηθούν αυτή την μοναδική γυναίκα που με κάθε της λέξη και πράξη, ζέσταινε τις καρδιές τους; Πως να είναι έτοιμες για τέτοιο πόνο; Βουβά και σιωπηλά, ακουμπούσανε κι οι τρείς στα μεταλλικά κάγκελα της αυλής.

            Σαν τις κοίταζες, θαρρούσες πως έβλεπες τρία θλιμμένα κορίτσια. Μα εκείνες, βαθιά μέσα τους άντεχαν τη θλίψη. Όσο κι αν πονούσε η απώλεια, όσα δάκρυα κι αν κυλούσαν, νοιώθανε πως η γιαγιά τους δεν είχε φύγει από κοντά τους. Το αφουγκραζόντουσαν πως, με όσα τις είχε διδάξει ως τώρα, στις δύσκολες στιγμές δεν θα αποχωρίζονταν λεπτό η μία την άλλη. Τις είχε γαλουχήσει με σοφία και ευγένεια, τις είχε προετοιμάσει για την υπόλοιπη ζωή τους. Με λόγια απλά, με αστεία, με παραδείγματα και διηγήσεις από τη ζωή της είχε μεταδώσει έναν μικρό θησαυρό γνώσεων στις εγγονές της!

«Θυμάστε; Τη βραδιά στο τζάκι; Πόσο την λάτρεψα τότε!  Εγώ δεν έχω τόσο κουράγιο, να αντιμετωπίσω δυσκολίες!», είπε η Κωνσταντίνα.

«Θα το βρούμε μεγαλώνοντας! Όσα μας έμαθε είναι αλληγορικά, επέμενε να είμαστε ο εαυτός μας, ανεξάρτητες και ισχυρές!», απάντησε η Πηνελόπη.

Είχε δίκιο. Κι ήξερε και τι έπρεπε να κάνει, αυτό που δεν πρόλαβε να το ζήσει η γιαγιά της. Τώρα ήταν δικιά της ευθύνη. Τώρα, αυτή είναι η πιο μεγάλη, κρατάει τα ηνία!

            Όταν πέρασαν οι μέρες, έγραψε ένα γράμμα στα αδέρφια της γιαγιάς της. Τον Αχιλλέα και τον Μανώλη. Δεν είχαν έρθει ποτέ να δουν την αδερφή τους σε περίοδο γιορτών, όσο ζούσε.  Παρέμεινε ως το τέλος ο μεγάλος καημός της! Πάντα υπήρχε η δουλειά κι η απόσταση που τους χώριζε. Πάντα της έλεγε ο Μανώλης:

«Του χρόνου θα έρθω, να ηρεμήσω λίγο!».

Τα χρόνια περνούσαν και ποτέ δεν υπήρχε χρόνος. Τα αδέρφια χάθηκαν. Η προσμονή κι η λαχτάρα της αγκαλιάς άρχιζε να ξεθωριάζει για την κυρά Δήμητρα. Άτιμη πίκρα η ξενιτιά! Σου τρώει τις σάρκες λίγο λίγο. Όλα τα αδέρφια της τα αγαπούσε. Όλα τα είχε ταΐσει, τα είχε κοιμίσει, τα είχε πάει στο σχολείο μικρά. Κι όλα της λείπανε. Μια χριστουγεννιάτικη γιορτή, όλοι μαζί, πόσο υπέροχο θα ήτανε!  Μα ακόμη κι η αδερφή της η Αναστασία, που ζούσανε μαζί κι ήξερε τη στεναχώρια της, δεν τη συμμεριζόταν απόλυτα.

«Γερμανία είναι βλέπεις, που να βρούνε χρόνο! Εσύ πρόσεχε τον εαυτό σου Δήμητρα! Κάτσε να ξαποστάσεις λίγο!», της έλεγε η αδερφή της μόλις την έβλεπε στη κουζίνα να ετοιμάζει υλικά για κάποιο φαγητό, γλυκό ή πίτα για την οικογένεια τους.

«Μπα κι εσύ! Άσε με να χαρώ όπως θέλω εγώ!», απαντούσε η κυρά Δήμητρα και δεν σήκωνε κουβέντα.

Αυτό που αποφάσιζε, θα το έπραττε! Δεν την πτοούσε ούτε η κούραση, ούτε τα πονεμένα πόδια της, ούτε η περασμένη ώρα. Να δώσει χαρά! Να γεμίζει τους ανθρώπους αγάπη! Αυτός ήταν ο σκοπός της ζωής της!

Η ιδέα της Πηνελόπης έπιασε. Ο μικρός αδερφός της γιαγιάς της, ήρθε με την οικογένεια του από την Πάτρα να τους δει στις διακοπές των Χριστουγέννων. Πρώτη φορά μετά από τον θάνατο του παππού Κωνσταντίνου, το 2005.

            Ο Μανώλης ήρθε μετά από δύο μέρες, μόνος του με το αεροπλάνο αλλά γεμάτος δώρα για όλους. Η χαρά των κοριτσιών αποτυπώθηκε στα βλέμματα τους. Φάγανε μαζί στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ανταλλάξανε ευχές αγάπης και δώρα. Το απόγευμα κάνανε βόλτα στη Νάουσα, γυρίσανε το Δημοτικό πάρκο από άκρη σε άκρη, βγάλανε φωτογραφίες στη στολισμένη πόλη. Και δώσανε όλοι υπόσχεση να βρεθούνε ξανά το Πάσχα. Τώρα πια, είχανε ενωθεί. Τους είχε ενώσει η αγάπη της Δήμητρας.

            Τα τρία κορίτσια θέλησαν να κάνουνε ένα ξεχωριστό δώρο και στην γιαγιά Αναστασία, που την αγαπούσανε κι αυτή ιδιαίτερα. Μία ηλιόλουστη μέρα, πήγανε οι τέσσερις τους βόλτα στο μνημείο της θυσίας του Απριλίου του 1822. Εκεί, μπροστά από τις μεγάλες πέτρες και το άγαλμα της μάνας με τα παιδιά της, η κυρά Αναστασία μελαγχόλησε.

«Αγαπούσε τόσο πολύ αυτό το άγαλμα η αδερφούλα μου! Από όταν το έφτιαξαν πριν πόσα χρόνια! Έλεγε ότι της μιλάει στη ψυχή της αυτή η μάνα!», μίλησε με μελαγχολία.

«Μας έμαθε να είμαστε ατρόμητες η αδερφή σου γιαγιά! Κι εγώ, της έγραψα ένα ποίημα! Θέλω να σας το απαγγείλω, εδώ μπροστά στο μνημείο! Θα νοιώθω ότι το ακούει κι αυτή, είμαι βέβαιη!», είπε με δυνατή, ευλαβική φωνή η Πηνελόπη.

Προχωράει με θάρρος δύο βήματα και στέκεται μπροστά τους. Είναι αυτές κι ο γκρεμός! Αυτές κι οι ψυχές τους, μόνο!

«Κι αν αύριο αποκάμει η καρδιά,

Και θέλει η ψυχή μου λευτεριά

Τι πρόλαβα να δώσω εγώ στον τόπο μου;

Τι έζησα; Τι άφησα, στη στερνή ματιά;

Δεν σκιάζομαι για το σκοτάδι, ούτε από  φόβο κάνω πίσω

Ως την πνοή μου που θα βγει, ατρόμητα θα πράξω, γενναία θα μιλήσω

Για ψυχές δακρυσμένες, για μάνες ατρόμητες και κυνηγημένες

Για την υπέρτατη θυσία των γυναικών, που έμειναν αιώνια δοξασμένες!».

Όση ώρα η νεαρή Πηνελόπη διαβάζει, την κυριεύει ένας ενθουσιασμός. Η συγκίνηση θεριεύει μέσα της και την κάνει να βουρκώσει. Μα δεν σταματάει να μιλάει. Τώρα, ξέρει! Τώρα, κατάλαβε τι εννοούσε η λατρεμένη της γιαγιά το βράδυ που έδωσαν υπόσχεση γύρω από το τζάκι. Όπως κι η Κωνσταντίνα με την Δέσποινα, που την κοιτούν ακίνητες δίπλα της, αγέρωχες γυναίκες πια.

            Αφουγκράζονται τα λόγια της υπέροχης αυτής γυναίκας, που θα κρατήσουν για πάντα στο μυαλό τους με απέραντη αγάπη και σεβασμό. Κι ένας λυγμός πνιχτός βγαίνει από το στόμα τους, που γίνεται μία φράση, αποτύπωμα ψυχής.

            «Σε ευχαριστούμε γιαγιά! Θα σε θυμόμαστε σε όλη μας τη ζωή!».

Πηγή Φωτογραφίας

https://www.tsemperlidou.gr/basiliki-fatourou/inspiration-spirituality/neraida-tis-avgis-10-stichia-gia-ta-mithika-onta-pou-empneoun

Μιλτιάδης Γκάγκος

Πριν Φύγετε