Αρχική » Συνέντευξη της Μαρίας Αντωνίου – Διεθνείς σχέσεις της Ρωσίας

Συνέντευξη της Μαρίας Αντωνίου – Διεθνείς σχέσεις της Ρωσίας

0 comment 72 views

Η κα. Μαρία Αντωνίου , διεθνολόγος μιλάει στο GreekHumans

Διαβάστε παρακάτω αναλυτικά τη συνέντευξη, που μας παραχώρησε, απαντώντας στις ερωτήσεις μας για τις Διεθνείς Σχέσεις της Ρωσίας.

Εισαγωγή

κα. Αντωνίου, πρώτα από όλα επιτρέψτε μου να επισημάνω πως αισθανόμαστε ιδιαίτερη τιμή που έχουμε τη δυνατότητα να συζητήσουμε με εσάς, καθώς ειδικεύεστε στα ζητήματα διεθνών σχέσεων στην Ανατολική Ευρώπη. Αρχικά, θα θέλαμε να μάθουμε πως προέκυψε το ενδιαφέρον σας για το επιστημονικό πεδίο των Διεθνών σχέσεων; Ποια η αξία των Διεθνών Σχέσεων ως κοινωνικής επιστήμης;

Εγώ σας ευχαριστώ θερμά για τη πρόσκληση που μου απευθύνατε, είναι μεγάλη χαρά και τιμή να μοιραστώ τις γνώσεις μου αναφορικά με μία περιοχή η οποία έχει αποκτήσει πραγματικά μεγάλο ενδιαφέρον, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των σημερινών εξελίξεων που έχουν σημαντικό διεθνή αντίκτυπο. Το ενδιαφέρον μου για τις Διεθνείς Σχέσεις πυροδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους των σπουδών μου όταν και καταπιάστηκα με ζητήματα που άπτονταν των διεθνών σχέσεων τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά. Η προσπάθεια κατανόησης και ερμηνείας εξαιρετικά σημαινόντων ιστορικών-πολιτικών γεγονότων μέσω της αξιοποίησης των διαθέσιμων αναλυτικών εργαλείων, υπήρξαν βασικές διεργασίες οι οποίες συνέβαλαν στο να καταπιαστώ με το εν λόγω επιστημονικό πεδίο ακόμη περισσότερο. Αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως η αξία των Διεθνών Σχέσεων ως κοινωνικής επιστήμης, η δυνατότητα δηλαδή μέσω της αξιοποίησης πληθώρας αναλυτικών εργαλείων και εννοιών, της ερμηνείας και επεξήγησης των κεντρικών και εξαιρετικά πολύπλοκων φαινομένων της διεθνούς πολιτικής, στα οποία εντάσσονται φυσικά και οι διακρατικές σχέσεις.

Η Ανατολική Ευρώπη

Το ερευνητικό ενδιαφέρον σας επικεντρώνεται στην Ανατολική Ευρώπη. Ποιες οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ευρύτερη περιοχή στις μέρες μας; Είναι απόρροια των πολεμικών επιχειρήσεων ή εδράζεται κάπου αλλού η αιτία της αστάθειας της περιοχής;

Είναι γεγονός ότι ο ρώσο-ουκρανικός πόλεμος έχει άμεσο αντίκτυπο στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, επηρεάζοντας τις τελευταίες σε πολλαπλά επίπεδα και δη στο οικονομικό και ανθρωπιστικό επίπεδο. Ως προς το οικονομικό, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης βρίσκονται στη πρώτη γραμμή εκείνων των χωρών που πλήττονται από τις περικοπές των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών και δη του φυσικού αερίου, στο βαθμό που το ποσοστό εξάρτησης των περισσότερων άγγιζε σχεδόν το 100%. Ως προς το ανθρωπιστικό επίπεδο, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αποτελούν τις πρώτες χώρες αποδοχής των μαζικών εισροών των Ουκρανών προσφύγων. Κατά αυτό τον τρόπο, τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης δέχτηκαν τις μεγαλύτερες πιέσεις σε πολλαπλά επίπεδα.

Ωστόσο, κατά τη ταπεινή μου άποψη, είναι ενδεχομένως επισφαλές να θεωρηθούν οι σημερινές πολεμικές επιχειρήσεις ως μοναδικός ή και βασικός παράγοντας αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή. Αναπόφευκτα, οι πολεμικές επιχειρήσεις συντελούν στην επικράτηση αστάθειας, εντούτοις οι ρίζες της συγκεκριμένης περιφερειακής αστάθειας εντοπίζονται στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου το 1991. Η λήξη του τελευταίου και δη η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης συνετέλεσαν στην ανάδυση ενός κενού ισχύος στο μετασοβιετικό χώρο το οποίο αποτέλεσε παράθυρο ευκαιρίας για τους δυτικούς θεσμούς, με στόχο την ενσωμάτωση των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά αυτό τον τρόπο, η επέκταση του ΝΑΤΟ από το 1999 και η συμπερίληψη των κρατών του μετασοβιετικού χώρου, παρά τις λεκτικές υποσχέσεις που δόθηκαν στη ρωσική ηγεσία αναφορικά με τη μη επέκταση του ΝΑΤΟ στα ρωσικά σύνορα, θεωρήθηκαν από τη Ρωσία ως απειλή για την ασφάλεια και την επιβίωση του κράτους.

Αποκορύφωμα των ανωτέρω πρωτοβουλιών αποτέλεσε η πρόταση ένταξης στο ΝΑΤΟ, Γεωργίας και Ουκρανίας στα πλαίσια της Συνόδου του Βουκουρεστίου τον Απρίλιο του 2008. Η συμπερίληψη αυτών των δύο κρατών συνεπαγόταν τη προσέγγιση μειζόνων δημογραφικών και οικονομικών κέντρων της Ρωσίας, αντιπροσωπεύοντας μία ουσιαστική πρόκληση, η οποία συνετέλεσε και στο πόλεμο της Γεωργίας τον Αύγουστο του 2008. Γίνεται συνεπώς αντιληπτό τόσο από το πόλεμο του 2008 όσο και από το σημερινό πόλεμο του 2022, ότι ο μετασοβιετικός χώρος συνιστά για τη Ρωσία, όπως έχει τονίσει χαρακτηριστικά ο πρώην Πρωθυπουργός και Πρόεδρος (2008-2012), Dmitry Medvedev, «σφαίρα προνομιακών συμφερόντων», την οποία η Ρωσία δεν δίστασε να διασφαλίσει και με την άμεση χρήση της στρατιωτικής ισχύος. Συνεπώς, βλέπουμε ότι η Ανατολική Ευρώπη αποτέλεσε κατουσία πεδίο ανάδυσης διαφορετικών και κυρίως αντικρουόμενων συμφερόντων και σε μεγάλο βαθμό κοσμοθεωριών, γεγονός που συνετέλεσε κατά το μάλλον ή ήττον στην επικράτηση αστάθειας στη περιοχή με αποκορύφωμα την έναρξη του πολέμου το Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους.

Η ρωσική εξωτερική πολιτική

Ιδιαίτερο το ενδιαφέρον στην ασταθή γεωπολιτική γειτονιά της Ανατολικής Ευρώπης. Ποιοι υπήρξαν οι στόχοι της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής στην Ανατολική Ευρώπη και αν αυτοί μεταβλήθηκαν με την εισβολή στην Ουκρανία.

Πράγματι, τα τεκταινόμενα στην εν λόγω περιοχή την καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα  ιδιαίτερα από τη γεωπολιτική σκοπιά.

Για τη ρωσική ηγεσία, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια του προνομιακού στάτους της Μεγάλης Δύναμης στο μετασοβιετικό χώρο, καθώς και στο διεθνές προσκήνιο. Έχοντας κατορθώσει συνεπώς την ανασυγκρότηση της κρατικής κυριαρχίας και ισχύος στο εσωτερικό (2000-2012), η ρωσική ηγεσία στράφηκε ιδιαίτερα από το 2012 και έπειτα, στην ανασυγκρότηση της εξωτερικής κυριαρχίας, θέτοντας ως προτεραιότητα ζωτικής σημασίας την επίτευξη του «κυρίαρχου αυτοπροσδιορισμού» της στο διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο δεύτερο. Με λίγα λόγια, η αναγνώριση της Ρωσίας ως Μεγάλης Δύναμης, ήταν και είναι απαραίτητη, τόσο για τη διεθνή θέση της χώρας μεταξύ των υπολοίπων Μεγάλων Δυνάμεων, όσο και για την εσωτερική τάξη και ασφάλεια, συντελώντας συγχρόνως στην νομιμοποίηση των ρωσικών εθνικών συμφερόντων και διεκδικήσεων στο μετασοβιετικό χώρο.

Παράλληλα, από τη γεωπολιτική σκοπιά η διατήρηση του τελευταίου, συντελεί στη διαμόρφωση ενός ζωτικού χώρου (buffer zone), ο οποίος ήταν και παραμένει βασικός για την ασφάλεια του ρωσικού κράτους. Αυτή η ιστορική αντίληψη των σφαιρών επιρροής και του ζωτικού χώρου, συνδέεται τόσο με την ανασφάλεια που προκαλούν τα εκτενή ρωσικά σύνορα, τα οποία καθιστούν τη χώρα ευάλωτη, όσο και με τις προαναφερθείσες φιλοδοξίες της Ρωσίας.  Το 2014 αποτέλεσε κομβικό έτος για τη θέση της Ρωσίας στον μετασοβιετικό χώρο και πιο συγκεκριμένα στη στρατηγικής σημασίας περιοχή της Ουκρανίας. Η Ουκρανία κατέχει μία μοναδική θέση στρατιωτικά, γεωγραφικά και διπλωματικά σε σχέση με τη Ρωσία. Αυτή η μοναδική θέση πηγάζει μέσα από τους εξής παράγοντες: Πρώτον, η στροφή της Ουκρανίας προς τους δυτικούς θεσμούς. Δεύτερο, γεωγραφικά η Ουκρανία βρίσκεται στη Μαύρη Θάλασσα επιτρέποντας τη πρόσβαση στη Μεσόγειο, περιοχή κρίσιμη για τη Ρωσία ιστορικά. Τρίτο, διπλωματικά η Ουκρανία ως αποτέλεσμα της προσάρτησης της Κριμαίας το 2014, είχε εκ τότε περιορισμένες και τεταμένες σχέσεις με τη Ρωσία. Οι εξεγέρσεις που σημειώθηκαν το Νοέμβριο του 2013 στην Ουκρανία (EuroMaidan) οδήγησαν στη πραξικοπηματική ανατροπή της φιλορωσικής κυβέρνησης Γιανουκόβιτς εγείροντας το ενδεχόμενο της ένταξης της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ.

Η επίτευξη της τελευταίας θα συνεπαγόταν αφενός την απώλεια ενός γεωγραφικά σημαντικού κράτους και ενδεχομένως της ρωσικής ναυτικής βάσης του στόλου της Μαύρης Θάλασσας στη Σεβαστούπολη, και αφετέρου τη κατάρρευση ενός από τους κύριους στόχους της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής στον μετασοβιετικό χώρο, την ενοποίηση του υπό την αιγίδα της Ρωσίας. Αυτά υπήρξαν ορισμένα από τα βασικότερα επιχειρήματα της ρωσικής προσάρτησης της Κριμαίας το 2014, καθώς και της εισβολής στην Ουκρανία το Φεβρουάριο του 2022. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν μεταβλήθηκαν οι στόχοι της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής στην Ανατολική Ευρώπη με την έναρξη της εισβολής, αντιθέτως θα έλεγα ότι η εισβολή αντικατοπτρίζει φανερά την ανάγκη της Ρωσίας να επιβάλει με τρόπο ηχηρό το προαναφερθέν όραμα και στόχο.

Σχέσεις Ρωσίας – ΕΕ

Είναι γεγονός πως η ΕΕ διέρχεται μια περίοδο κρίσης. Αυτό αποτελεί συνέπεια της ρωσικής πολιτικής; Υπάρχει δίαυλος μεταξύ του Ρώσου Προέδρου και της ΕΕ; Ποια η εκτίμηση σας για την πορεία των σχέσεων τους;

Ο ρώσο-ουκρανικός πόλεμος συνετέλεσε στην ανάδυση μίας νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων, προσθέτοντας ένα επιπλέον βάρος τόσο στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και διεθνώς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μαστίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ενεργειακή και την επισιτιστική κρίση που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της εισβολής και κατ’ επέκταση   των διακοπών των ζωτικών ενεργειακών και άλλων προμηθειών προς την Ευρώπη, ως απάντηση στις δυτικές κυρώσεις έναντι της ρωσικής εισβολής.

Αναφορικά με την ύπαρξη διαύλου, είναι γεγονός ότι έχουν γίνει προσπάθειες από τη πλευρά εκπροσώπων των κρατών-μελών της Ένωσης και δη από τη Γαλλία με τον Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τη Γερμανία με τον καγκελάριο Όλαφ Σόλτς, οι οποίοι έχουν έρθει σε επικοινωνία με τους ηγέτες και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών στη προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν κάποια διευθέτηση. Ιδιαίτερα εντατική είναι η προσπάθεια του Μακρόν να παρουσιάσει τη Γαλλία ως «εξισορροπητική δύναμη» μέσα από τις συνεχείς συνομιλίες, καθώς και με τη πρόσφατη επίκληση του για παροχή εγγυήσεων ασφαλείας στη Μόσχα, με στόχο τη λήξη του πολέμου, γεγονός ωστόσο το οποίο δεν χαιρέτησε η Ουκρανία, καθώς και άλλα δυτικά κράτη.

Είναι βέβαιο ότι η συνέχιση των εχθροπραξιών και της κρίσης πλήττει και τις δύο πλευρές, ΕΕ και Ρωσία, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα στον οποίο οι δύο χώρες απολάμβαναν πριν το πόλεμο έναν ισχυρό βαθμό οικονομικής αλληλεξάρτησης, ο οποίος ωστόσο περιορίζεται ολοένα και περισσότερο ύστερα από τα πακέτα κυρώσεων που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του περιορισμού της αλληλεξάρτησης αποτελεί η Γερμανία, η οποία σημείωσε μία ραγδαία πτώση της τάξεως του 34% στις εξαγωγές της προς τη Ρωσία, κατά το πρώτο μισό του 2022, με ταυτόχρονη αναζήτηση από τη πλευρά της εναλλακτικών ενεργειακών προμηθευτών σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή, η Νορβηγία και οι ΗΠΑ.

Συνεπώς, οι εντατικές προσπάθειες της Ένωσης να απεξαρτηθεί από τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους, προσπάθειες οι οποίες ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο με την έναρξη του πολέμου, καθώς και η παράταση των εχθροπραξιών με τις δύο πλευρές να παραμένουν κάθετες και προσηλωμένες στις θέσεις τους, δείχνουν ότι οι σχέσεις μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας θα εξακολουθήσουν να ταλανίζονται, στο βαθμό που έκαστη αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει διαφορετικά την έννοια της ασφάλειας και των συμφερόντων. Ειδικότερα, για την ΕΕ, η Ρωσία αποτελεί πλέον μία ζωντανή απειλή της ασφάλειας στη περιοχή, για τη Ρωσία η ΕΕ αποτελεί τμήμα του δυτικού κόσμου (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ κ.α.), τον οποίο η Ρωσία θεωρεί ως απειλή για τα συμφέροντα της σε μία περιοχή μείζονος γεωπολιτικής σημασίας για την ίδια. Σε κάθε περίπτωση, η πορεία των σχέσεων τους θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη πορεία και την έκβαση του πολέμου.

Ευχαριστούμε θερμά!

Για το GreekHumans

Αριστείδης Ρούνης, Ιδρυτής και αρχισυντάκτης

Πηγή εικόνας

https://parallaximag.gr/epikairotita/poytin-i-dysi-den-mporei-na-apomonosei-ti-rosia-me-tis-kyroseis-tis

Πριν Φύγετε