Αρχική » Ο Αλή Μπαμπά και οι 40 κλέφτες

Ο Αλή Μπαμπά και οι 40 κλέφτες

0 comment 144 views

Μια φορά και έναν καιρό σε μια πόλη στην Περσία, ζούσαν δύο αδέλφια, ο Κασίμ και ο Αλή Μπαμπά. Ο Κασίμ ήταν παντρεμένος με μια πλούσια γυναίκα και είχε όλα τα αγαθά, ενώ ο Αλή Μπαμπά έπρεπε να συντηρήσει τη γυναίκα και τα παιδιά του κόβοντας ξύλα σε ένα γειτονικό δάσος και πουλώντας τα στην πόλη.

Μια μέρα, ενώ ο Αλή Μπαμπά ήταν στο δάσος, είδε μια ομάδα 40 ανδρών με άλογα να έρχονται προς το μέρος του, μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης. Φοβήθηκε πως ήταν κλέφτες και έτσι σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο για ασφάλεια.

Εκείνοι, έδεσαν τα άλογα τους στα δέντρα.

Ξαφνικά, ένας από αυτούς που ο Αλή Μπαμπά κατάλαβε πως ήταν ο αρχηγός τους, φώναξε δυνατά:

-Σουσάμι άνοιξε.

Μια πόρτα άνοιξε πίσω από κάτι βράχια. Ο αρχηγός, αφού πρόσταξε τους άντρες να μπουν, τους ακολούθησε. Η πόρτα έκλεισε ξανά από μόνη της. Εκείνοι, έμειναν μέσα για λίγη ώρα και ο Αλή Μπαμπά, επειδή φοβόταν ότι θα έβγαιναν και θα τον πιάσουν, αναγκάστηκε να καθίσει υπομονετικά στο δέντρο. Επιτέλους η πόρτα άνοιξε ξανά και βγήκαν οι σαράντα κλέφτες. Ο αρχηγός τους, έμεινε τελευταίος και μόλις βγήκε ο στρατός φώναξε:

-“Κλείσε σουσάμι”.

Η πόρτα τότε έκλεισε.

Οι άντρες ανέβηκαν στα άλογα τους και έφυγαν.

Ο Αλή Μπαμπά, αφού κατέβηκε από το δέντρο, πήγε προς στην πόρτα και είπε:

-“Σουσάμι άνοιξε”..

Ο Αλή Μπαμπά λέει: Σουσάμι άνοιξε

Και η πόρτα άνοιξε μπροστά του.

Ο Αλή Μπαμπά, περίμενε να δει ένα σκοτεινό μέρος, αλλά προς έκπληξη του αντίκρισε μια σπηλιά μεγάλη και φωτεινή που έκρυβε θησαυρούς. Ασήμι, χρυσάφι, νομίσματα και πολλά πλούτη.

Μπήκε και η πόρτα έκλεισε πίσω του. Χωρίς να χάσει χρόνο, γέμισε τόσους σάκους όσο τα γαϊδούρια του, που τον περίμεναν έξω, μπορούσαν να σηκώσουν.

Η σπηλιά ήταν γεμάτη θησαυρούς

Αφού βγήκε από την σπηλιά, φώναξε:

-“Κλείσε σουσάμι”.

Η πόρτα έκλεισε. Εκείνος, φόρτωσε τα γαϊδούρια του με τους σάκους και πήρε τον δρόμο για το σπίτι.

Οδήγησε τα γαϊδούρια του στην αυλή, έκλεισε τις πόρτες και τα παράθυρα, πήγε τους σάκους στη γυναίκα του και τους άδειασε μπροστά της. Την παρακάλεσε να το κρατήσει μυστικό και της είπε πως θα έθαβε το χρυσό.

“Άφησε με να τα μετρήσω πρώτα”, είπε η γυναίκα του. “Θα δανειστώ μια ζυγαριά από κάπου, ενώ εσύ θα σκάβεις την τρύπα.”

Έτσι και έγινε. Έτρεξε αμέσως στη γυναίκα του Κασίμ και δανείστηκε μια ζυγαριά.

Η γυναίκα του Κασίμ, γνωρίζοντας την φτώχεια του Αλή Μπαμπά, είχε την περιέργεια να μάθει τι ακριβώς ήθελε να ζυγίσει και έτσι έβαλε λίγο κερί κάτω από την ζυγαριά.

Η γυναίκα του Αλή Μπαμπά, πήγε στο σπίτι και ζύγισαν το χρυσό.

Ο Αλή Μπαμπά και η γυναίκα του ζυγίζουν το χρυσάφι με τη ζυγαριά

Έπειτα, επέστρεψε τη ζυγαριά χωρίς όμως να παρατηρήσει ότι ένα κομμάτι χρυσού κόλλησε πάνω της.

Η γυναίκα του Κασίμ, μόλις είδε το χρυσό κολλημένο στη ζυγαριά έμεινε άφωνη. Όταν ο άντρας της γύρισε σπίτι του είπε:

-“Κασίμ ο αδερφός σου είναι πλουσιότερος από σένα”.

Εκείνος, την παρακάλεσε να του εξηγήσει όλη αυτή την περίεργη ιστορία, Αφού τα έμαθε όλα, δεν μπόρεσε να ησυχάσει. Ζήλεψε τόσο πολύ τον αδερφό του.

Πολύ νωρίς το επόμενο πρωί, πήγε στο σπίτι του Αλή.

-“Αλή Μπαμπά, προσποιείσαι ότι είσαι φτωχός αλλά μετράς κρυφά χρυσάφι”, του είπε δείχνοντας του το κομμάτι.

O Αλή Μπαμπά κατάλαβε πως ο αδερφός του γνώριζε τα πάντα και έτσι αναγκάστηκε να τα παραδεχθεί όλα και να του δώσει ένα μερίδιο από τον θησαυρό.

Εκείνος, από απληστία ήθελε όλο τον θησαυρό για τον εαυτό του και έτσι ανάγκασε τον Αλή Μπαμπά να του πει που βρισκόταν η σπηλιά.

Ο Αλή Μπαμπά, του είπε αμέσως για την σπηλιά και για τις λέξεις που έπρεπε να πει για να ανοίξει η πόρτα.

Το επόμενο πρωί ο Κασίμ, πήρε τον δρόμο για την σπηλιά μαζί με δέκα μουλάρια. Όταν βρήκε την πόρτα στο βράχο φώναξε

-“Σουσάμι άνοιξε”.

H πόρτα άνοιξε και έκλεισε πίσω του.

Έκπληκτος με τον θησαυρό, γέμισε τους σάκους του με όσα περισσότερα μπορούσε. Μόλις έφτασε στην πόρτα, για κακή του τύχη ξέχασε την λέξη που έπρεπε να πει για να ανοίξει η πόρτα.

-“Κριθάρι άνοιξε”, είπε διστακτικά. Η πόρτα παρέμεινε κλειστή. Δοκίμασε να πει και άλλες λέξεις αλλά τίποτα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την σωστή λέξη. Ήταν τόσο φοβισμένος.

Το απόγευμα, όταν οι κλέφτες επέστρεψαν στην σπηλιά τους και είδαν τα μουλάρια του Κασίμ, κατάλαβαν πως κάποιος είχε μπει μέσα. Πήραν τα σπαθιά τους και μπήκαν στην σπηλιά.

-“Άνοιξε σουσάμι”, είπε ο αρχηγός τους.

Η πόρτα άνοιξε.

Ο Κασίμ, που είχε ακούσει τα βήματα των αλόγων, αποφάσισε να επιτεθεί στους ληστές.

Μάταιος κόπος. Οι ληστές με τα σπαθιά τους, τον σκότωσαν.

Οι κλέφτες βρήκαν τον Κασί