Αρχική » Γαλλο-πρωσικός πόλεμος 1870-1871 – Aυγή μιας νέας εποχής

Γαλλο-πρωσικός πόλεμος 1870-1871 – Aυγή μιας νέας εποχής

0 comment 45 views

Του Κωνσταντίνου Ζαφειρίδη*

Εισαγωγή

Ο Γαλλο-πρωσικός πόλεμος είναι μια αναμέτρηση η οποία αναφέρεται στα βιβλία της ιστορίας περισσότερο για τις συνέπειες της και τα όσα διαμόρφωσε, παρά για τα όσα συνέβησαν στο πεδίο των μαχών. Αυτές οι μάχες όμως είναι εκείνες που <<έδωσαν>> μορφή στις πολιτικές διεργασίες, αλλάζοντας το πρόσωπο της Ευρώπης.

Η νίκη των Πρώσων έφερε στο προσκήνιο τον Otto von Bismarck, <<ένωσε>> τη Γερμανία, και αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό το εφαλτήριο των όσων επακολούθησαν στον 20ο αιώνα. Η αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων δεν άργησε να φανεί, ενώ η Γηραιά Ήπειρος εισήλθε σε μια περίοδο ολοένα αυξανόμενου ανταγωνισμού. ο οποίος τελικά θα την μετέτρεπε σε πεδίο δύο παγκοσμίων πολέμων.

Τα αίτια

Στις 3 Ιουλίου 1870 <<έσκασε>> στην Ευρώπη η <<Ισπανική  βόμβα>>. Ο γόνος της βασιλικής οικογένειας της Πρωσίας, Πρίγκηπας Leopold των Hohenzollern-Sigmaringen, θα αναλάμβανε τον κενό ισπανικό θρόνο. Αντιδράσεις υπήρξαν σε όλη την Ευρώπη, πουθενά πιο έντονες ωστόσο, από τη Γαλλία. Τα νέα πυροδότησαν μια αντι-πρωσική καμπάνια, ενώ ο Υπουργός Εξωτερικών Δούκας De Gramont διεμήνυε πως μια νέα αναταραχή και ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων δεν θα γινόταν ανεκτή. Από την αρχή φαινόταν πως ο  πόλεμος είναι η πιο πιθανή κατάληξη.

Στην προσπάθεια του να αποφευχθεί η σύγκρουση, ο Πρίγκιπας Leopold απέσυρε την υποψηφιότητα του για τον θρόνο στις 12 Ιουλίου. Την επομένη, ο Γάλλος Πρέσβης στο Βερολίνο Benedetti, επισκέφθηκε τον Αυτοκράτορα Wilhelm I, ζητώντας του να εγγυηθεί προσωπικά ότι η υποψηφιότητα των Hohennzollern δεν θα ανανεωνόταν. Ο Αυτοκράτορας αρνήθηκε να ασχοληθεί και παράλληλα απέστειλε αναφορά της συνάντησης στον Bismarck. Ο τελευταίος έδωσε στον τύπο μια επιμελημένη έκδοση αυτής, λέγοντας πως ο Benedetti είχε προσβάλει τον Πρωσικό Βασιλικό Οίκο, ενώ ο Αυτοκράτορας με ευγένεια αδιαφόρησε για τα γαλλικά συμφέροντα. Τα νεύρα και η ένταση αυξάνονταν εκατέρωθεν του Ρήνου.

Η Γαλλία, παρασυρθείσα από τις <<δάφνες>> του παρελθόντος και το αντι-πρωσικό μένος, δεν τόλμησε να χαράξει πολιτική μακριά από την σύγκρουση. Στις 19 του μήνα, κηρύχθηκε ο πόλεμος.

Τα Σχέδια των δυο πλευρών

Τα σχέδια της Πρωσίας είχαν αποκρυσταλλωθεί ήδη από τον χειμώνα του 1868-1869. Τα γεγονότα του 1866 είχαν αλλάξει τα δεδομένα, και πλέον ο Helmut von Moltke πίεζε ανοιχτά για επίθεση εναντίον της Γαλλίας. Στόχος ήταν η χρήση των σιδηροδρόμων για την ταχεία μεταφορά των ανώτερων γερμανικών στρατευμάτων στο μέτωπο. 6 σιδηροδρομικές γραμμές ήταν διαθέσιμες για τη μεταφορά 300.000 ανδρών της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας εντός τριών εβδομάδων στη Ρηνανία. Αν η Αυστρία παρέμενε ήσυχη και τα νότια γερμανικά κρατίδια τηρούσαν τις υποχρεώσεις τους, ο αριθμός αυτός μπορούσε να φτάσει τις 484.000. Ο Γαλλικός στρατός θεωρήθηκε πως αριθμούσε με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς περίπου 343.000 άνδρες, στο πεδίο ωστόσο αναμένονταν περί τις 250.000.

Το Γενικό Επιτελείο εκτιμούσε πως η σταθερή εν καιρώ ειρήνης δύναμη των 150.000, θα προσπαθούσε να αποδιοργανώσει τα σχήματα της γερμανικής κινητοποίησης. Σε αυτή την περίπτωση, τα στρατεύματα θα <<άφηναν>> τον σιδηρόδρομο στη δεξιά όχθη του Ρήνου για να συναντήσουν τους Γάλλους με υπέρτερες δυνάμεις. Σε διαφορετική περίπτωση, ο στρατός θα συγκεντρωνόταν στο Παλατινάτο(Pfalz), η πρώτη Στρατιά γύρω από το Wittlich, η Δεύτερη γύρω από το Homburg, η Τρίτη μαζί με τα στρατεύματα των νότιων γερμανικών κρατιδίων γύρω από το Landau, ενώ η Τέταρτη θα βρισκόταν σε εφεδρεία. Εκπονήθηκαν δρομολόγια ούτως ώστε κάθε μονάδα να γνωρίζει την ακριβή ώρα και ημέρα αναχώρησης από τους στρατώνες και άφιξης στο σημείο συγκέντρωσης. Κινητοποίηση και ανάπτυξη θα ακολουθούσαν η μία την άλλη σε μία ενιαία επιχείρηση. Μέχρι τον Ιούλιο του 1870 ο Moltke γνώριζε πως είχε στα χέρια του μια από τις καλύτερες πολεμικές μηχανές όλων των εποχών.

Γερμανική φάλαγγα πυροβολικού πεδίου στο Torcy τον Σεπτέμβριο του 1870

Η Γαλλία ως οντότητα αλλά και ο στρατός της απέτυχαν παρά αργά να κατανοήσουν την απειλή που υποβαλλόταν από τον Moltke. Ο Στρατηγός Ducrot διείδε τον κίνδυνο και προσπάθησε περισσότερο από τον καθένα να προειδοποιήσει τους Γάλλους. Υπερέβαλλε μιλώντας για τις προθέσεις και την επιθετικότητα του γερμανικού στρατού, όπως άλλωστε και ο Moltke αντίστροφα, συμφωνούσε όμως πως το κλειδί ήταν μια γρήγορη αιφνιδιαστική επίθεση. Κάτι τέτοιο θα έβρισκε τους Πρώσους απροετοίμαστους, θα κέρδιζε την εύνοια των νότιων γερμανικών κρατιδίων και θα καθιστούσε εφικτή την επαφή με τη Αυστρία. Τα γαλλικά στρατεύματα έπρεπε να διασχίσουν τον Ρήνο, να καταλάβουν  τη Χαϊδελβέργη. Ν α συναντήσουν τους Αυστριακούς στο  Würzburg, και από κοινού να βαδίσουν εναντίον του Βερολίνου, τη στιγμή που από θαλάσσης θα καταλαμβανόταν και το Αννόβερο.

Το μόνο ωστόσο που συνέβη ήταν η εκπόνηση ενός αμιγώς αμυντικού σχεδίου. Υπολογίζοντας τον γερμανικό στρατό σε περίπου 470.000  άνδρες, ο Στρατηγός Frossard, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το σχέδιο, θεωρούσε πως η επίθεση θα ξεκινούσε από το Παλατινάτο(Pfalz), κατευθυνόμενη προς της κοιλάδα του ποταμού Μοζέλλα(Moselle) και την Αλσατία. Μειονεκτικότερες αριθμητικά δυνάμεις θα μπορούσαν να τη συγκρατήσουν. Μία Στρατιά στον Ρήνο θα μπορούσε να κρατήσει τα υψώματα του Froeschwiller στην Αλσατία, τα οποία απειλούσαν οποιαδήποτε προέλαση προς Lauter και κατ’ επέκταση προς Στρασβούργο. Η Στρατιά Μοζέλλα(Moselle) στο οροπέδιο του Cadenbronn, πάνω από το Forbach, θα έκλεινε τον δρόμο προς την Μέτζ. Μία εφεδρική Στρατιά θα μπορούσε να σχηματιστεί στο στρατόπεδο στο  Châlons, και μία δεύτερη κυρίως από Gardes Mobiles στο Παρίσι. Το υπόμνημα αυτό του Frossard, αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία, ο Ναπολέων ο Γ΄, κατάρτησε στα 1868 τη διανομή των γαλλικών στρατευμάτων( βασισμένος στην αισιόδοξη εκτίμηση περί 490.000 ανδρών) σε τρεις Στρατιές, εγκατεστημένες σε Μέτζ, Στρασβούργο και Châlons. Μέχρι το 1870, κάθε σχέδιο και δράση βασίστηκε σε αυτή την εκτίμηση.

Γαλλικά γυμνάσια σε στρατόπεδο κοντά στη Metz

Υπήρχε ωστόσο και μια άλλη ανάγνωση. Οι σχέσεις γαλλικού και αυστριακού επιτελείου ήταν στενότατες. Τον Φεβρουάριο του 1870, ο Αυστριακός Υπουργό Πολέμου ανακοίνωσε στον Γάλλο επιτετραμμένο πως υπάρχει μια δύναμη 600.000 ανδρών έτοιμη για δράση. Ο Αρχιδούκας Αλβέρτος της Αυστρίας έψαχνε αφορμή για να επαναφέρει τη δόξα της δυναστείας του. Πρότεινε κατά την επίσκεψη του στο Παρίσι λοιπόν μια συμμαχία μεταξύ των δύο, της Ιταλίας και των νότιων γερμανικών κρατιδίων. Οι σύμμαχοι θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν στρατεύματα περί το ένα εκατομμύριο, ενώ οι Πρώσοι στην καλύτερη 475.000. Η Γαλλία θα χρειαζόταν δύο Στρατιές. Μία με βάση το Στρασβούργο για να επιτεθεί κατά μήκος του Ρήνου και να ενωθεί με τα γερμανικά κρατίδια, και η άλλη στην Μέτζ, για να αποκρούσει ενδεχόμενη επίθεση από το Παλατινάτο (Pfalz) ή για να διεξάγει επίθεση αντιπερισπασμού με κατεύθυνση το Mainz. Ο Αρχιδούκας εκτιμούσε πως με 400.000 άνδρες η Γαλλία δεν χρειαζόταν να ανησυχεί, παρά το γεγονός ότι η διεθνής διπλωματική κατάσταση αλλά και ο χρόνος επιστράτευσης Αυστρίας και Ιταλίας δεν ήταν υπέρ τους. Το πλάνο κρίθηκε ανέφικτο σε συνέδριο στις 19 Μαΐου 1870, από στρατιωτικούς και πολιτικούς, αλλά τα λόγια του Αρχιδούκα ικανοποιούσαν τις φαντασιώσεις και επιδιώξεις του Ναπολέοντα.

Η εξέλιξη του πολέμου

Όλη η Ευρώπη πριν την έναρξη του πολέμου, ήταν βέβαιη πως η σύγκρουση θα ξεκινούσε με γαλλική επίθεση. Ανέμενε μάλιστα πως η Πρωσία δεν ήταν έτοιμη να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Κήρυξη πολέμου χωρίς επίθεση δεν έβγαζε νόημα. Κάθε ημέρα που περνούσε χωρίς επίθεση, έγειρε την πλάστιγγα στα δεξιά του Ρήνου. Ο Moltke εκτιμούσε πως ο Ναπολέων θα επιχειρούσε με τους άμεσα διαθέσιμους 150.000 άνδρες, και πριν την απορρόφηση των εφεδρειών. Ήταν σαφές πως θα χρειάζονταν 6 ημέρες προτού διασχίσουν τα σύνορα, και άλλες 8 πριν συναντήσει την Πρωσική εμπροσθοφυλακή. Μέχρι τότε οι 170.000 γερμανικές δυνάμεις θα είχαν διπλασιαστεί.  Στις αρχές Αυγούστου, καθώς τα γερμανικά τρένα μετέφεραν αδιαλείπτως στρατιώτες, ο Moltke δε μπορούσε να πιστέψει την τύχη του. Μια κυβέρνηση ξεκίνησε πόλεμο 2 εβδομάδες πριν να είναι έτοιμη. Την έκπληξη του αυτή μετέφερε και στην κυβέρνηση. <<Τελικά, ίσως να είμαστε εμείς οι επιτιθέμενοι. Ποιος θα το περίμενε;>>

Οι αισιόδοξες προβλέψεις για την κινητοποίηση του γαλλικού στρατού εντός 13 ημερών, δεν επιβεβαιώθηκαν. Ο  Frossard είχε στη διάθεσή του λιγότερους από 200.000 άνδρες. Επίθεση με τέτοια δύναμη δεν ήταν σοφή. Στην πραγματικότητα η Γαλλία δεν είχε σχέδιο, ενώ επικρατούσε γενική απροθυμία για μάχη δίχως πλάνο, μετά τα γεγονότα του 1859. Καμία πρωτοβουλία δεν αναλήφθηκε μέχρι τις 28 Ιουλίου, οπότε και έφθασε ο Ναπολέων με τον γιο του για να αναλάβει τη διοίκηση. Ο γαλλικός στρατός πιστός στις παραδόσεις του, ανέμενε την επίδραση μιας κυρίαρχης παρουσίας. Ο Ναπολέων δεν ήταν τέτοια όμως, ούτε πνευματικά ούτε σωματικά.

Λίγες ημέρες έχουν υπάρξει τόσο καταλυτικές και τόσο ριζοσπαστικές στην παγκόσμια ιστορία, όσο η 6η Αυγούστου 1870. Σπάνια το αποτέλεσμα ενός πολέμου καθορίζεται μόνο από την ανωτερότητα του οπλισμού. Το γερμανικό πυροβολικό ωστόσο, με τα εξαιρετικά ακριβή πυρά του, προκάλεσε συντριπτικό χτύπημα εναντίον του γαλλικού ιππικού και είχε ως αποτέλεσμα μια αύξηση του ηθικού, η οποία ήταν βαρύνουσας αν όχι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση των εχθροπραξιών. Η 6η Αυγούστου έδειξε τρία πράγματα, τα οποία οι Ευρωπαϊκοί στρατοί χρειάστηκαν 50 χρόνια για να δουν και να αποδεχθούν. Το ιππικό <<κατακρημνίστηκε>>, το πεζικό μεταμορφώθηκε και το πυροβολικό θριάμβευσε.

Οι ήττες του γαλλικού στρατού κατέδειξαν πως η εισβολή στην Γερμανία έπαψε να υφίσταται ως πιθανότητα. Εξαιρετικά πιθανό ήταν από την άλλη πλευρά μια εισβολή στη Γαλλία και μια ταπείνωση ανάλογη του 1814-1815. Στη Γαλλία τα νέα προκάλεσαν οργή και αντιδράσεις εναντίον του καθεστώτος, και στο Παρίσι υπήρξε προτροπή για εξοπλισμό όλων των ικανών να φέρουν όπλα. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 7ης Αυγούστου, οι Γερμανοί κατέλαβαν το  Forbach. Το γεγονός αυτό διέλυσε τα απομεινάρια του σχεδίου του Ναπολέοντα για ανάληψη επίθεσης.  Διέταξε την υποχώρηση ολόκληρου του στρατού στο Châlons, και αποσύρθηκε έπειτα στο αρχηγείο του, σε κατάσταση σωματικής και πνευματικής κατάρρευσης. Έκτοτε, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την ήττα, ασχολήθηκε με τις προσωπικές του αγωνίες. Η απουσία του προκάλεσε ένα κενό το οποίο έφερε χάος, αντικρουόμενες διαταγές, καθυστέρηση και ηττοπάθεια στον στρατό.

Οι Γερμανοί επιβάρυναν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Ο Γερμανικός στρατός κατάφερε να κινείται συνεχώς εμπρός παρά τις δυσκολίες που προέκυψαν και την ατολμία ορισμένων διοικητών του ιππικού, εξαιτίας του αποτελεσματικού επιτελείου και της πειθαρχίας των στρατευμάτων. Οι Γερμανοί γνώριζαν τα προβλήματα που υπήρχαν, καθώς οι δρόμοι καθιστούσαν δύσκολο τον διαχωρισμό της Τρίτης Στρατιάς(προς Saarunion και Dieuze) από τη Δεύτερη Στρατιά( στον κύριο δρόμο του St. Avold). Δεν πρέπει να παραλειφθούν φυσικά και οι διοικητικές παλινωδίες στο ανώτατο επίπεδο.

Χάρι στην τόλμη κάποιων αξιωματικών των εμπροσθοφυλακών του γερμανικού ιππικού, έγινε εμφανές στις 10 του μηνός, πως το μόνο εμπόδιο στη γερμανική προέλαση ήταν η ανάγκη για ύπνο και ανεφοδιασμό. Γαλλικός στρατός(180.000 στο σύνολο) βρισκόταν στη Metz, εκεί όπου θα παρέμενε παραλυμένος από την αναποφασιστικότητα του Ναπολέοντα μέχρι και τις 13 Αυγούστου, οπότε ήταν πλέον αργά. Στις 14 καταλήφθηκε η Nancy. Ταυτόχρονα ο γαλλικός στρατός υπό τον Στρατηγό Bazaine, άρχισε να υποχωρεί. Μια υποχώρηση βιαστική και ανοργάνωτη, η οποία συν τοις άλλοις εξανέμισε τις όποιες αναστολές του Moltke για επίθεση. Η ιδιοφυία του Moltke έγκειται στο ότι σε μια στιγμή συγκεχυμένων διαταγών, και λαθών στην εκτέλεση του σχεδίου, προσάρμοσε το πλάνο του και συνέλαβε τον στρατό του Bazaine. Ο εκπληκτικός καιροσκοπισμός του δικαίως συγκρίνεται με αυτόν του Bismarck.

Η ανικανότητα των Γάλλων Στρατηγών να αξιοποιήσουν την αποτελεσματική άμυνα στις 16-17-18 Αυγούστου και να επιτεθούν, οδήγησε στην υποχώρηση του Bazaine στη Metz. Χωρίς να το αντιληφθούν οι δύο πλευρές, διεξήγαγαν πλέον πολιορκία. Η πτώση του Στρασβούργου στα τέλη Σεπτεμβρίου και της Metz στις 29 Οκτωβρίου μετά από μακρότατες διαπραγματεύσεις συνέχιζαν να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ των Πρωσικών δυνάμεων. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί το τέλος του πολέμου που είχε χαράξει η Πρωσία. Γιατί μπορεί ο πόλεμος με την Αυτοκρατορία να είχε τελειώσει, αλλά ο πόλεμος με τις δυνάμεις της Εθνικής Άμυνας βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη.  Από εδώ και πέρα, κάθε γαλλική κίνηση σκόπευε στην ανακούφιση του πολιορκημένου Παρισιού.

Η Πολιορκία του Παρισιού

Το Παρίσι βρισκόταν σε πολιορκία από τις 19 Σεπτεμβρίου. Η απόφαση για υπεράσπιση της πόλης ήταν εκτός λογικής, παρέμενε ωστόσο η μοναδική ιδέα στο τραπέζι για τα μέλη της Κυβέρνησης στην πρωτεύουσα. Άλλωστε, όπως έγινε γρήγορα αποδεκτό, κανείς δεν περίμενε τι μπορούσαν να κάνουν οι επαρχίες. Στην πραγματικότητα, η πόλη του φωτός προετοιμαζόταν για πολιορκία περίπου πενήντα χρόνια. Ο Ναπολέων είχε άλλωστε αποδώσει την τελική του ήττα στα 1815, στην έλλειψη οχύρωσης, ικανής να αντέξει οχτώ ημέρες.  Από το 1840 είχαν ξεκινήσει εργασίες ενίσχυσης για την άμυνα της πόλης. Οι τελευταίες ενισχύθηκαν, όταν έγινε σαφές πως ο πόλεμος που μας απασχολεί θα διεξαχθεί σε γαλλικό έδαφος. Στις 4 του μήνα οι προμήθειες εκτιμάτο ότι θα κρατούσαν 80 ημέρες.

Ο Moltke έδωσε εντολές για  πολιορκία του  Chateau Thierry  από τις 15 Σεπτεμβρίου, και στις 17 οι δύο γερμανικές Στρατιές ξεκίνησαν την περικύκλωση.  Το πρωί της 19ης, οι γερμανικές δυνάμεις επικράτησαν των άπειρων και μη επαρκώς διοικούμενων γαλλικών δυνάμεων, ξεκινώντας έτσι την πολιορκία του Παρισιού. Στις 20 Σεπτεμβρίου οι περίπολοι ιππικού των δύο Στρατιών συναντήθηκαν  στην St Germain-en-Laye και σε συνδυασμό με την αποκοπή του σιδηροδρόμου προς Ορλεάνη, απέκλεισαν την πόλη.

Οι Γερμανοί φρόντισαν να οχυρωθούν και οι ίδιοι γύρω από την πόλη, για να μη δώσουν κανένα περιθώριο στους πολιορκημένους. Ο Moltke αποφάσισε να περιμένει, επιστρατεύοντας όση υπομονή ήταν δυνατό να συγκεντρώσει. Ο Bismarck πόνταρε στην αναταραχή εντός της πόλης, έχοντας μάλλον δίκιο. Ήταν ωστόσο προφανές πως η πολιορκία δεν θα έληγε γρήγορα. Οι Γάλλοι είχαν μια δύναμη 400.000 ανδρών, η οποία πίστευε ότι αναπλήρωνε με ενθουσιασμό, ότι της έλειπε σε εμπειρία. Γεγονός παραμένει πως ακόμα και αυτή η δύναμη θα μπορούσε να επιφέρει ένα σοβαρό χτύπημα στις 236.000 των Γερμανών, οι γραμμές των οποίων ήταν αρκετά απλωμένες. Οι  Γάλλοι όμως δεν είχαν κάποιο συγκροτημένο σχέδιο. Μοναδικός στόχος όπως φαίνεται ήταν να παρασύρουν τους εισβολείς σε μια άλλη Σαραγόσα.

Ο Νοέμβριος κυλούσε με περιορισμένης κλίμακας επιχειρήσεις, έναν προάγγελο του τι θα συνέβαινε 50 χρόνια αργότερα. Στην πόλη το κλίμα ήταν έντονα εμφυλιακό, τη στιγμή που υπήρχε στα σκαριά,  σχέδιο εξόδου από την πόλη. Στις 14 Νοεμβρίου έγινε γνωστό πως οι επαρχίες είχαν δημιουργήσει μια ικανή να πολεμήσει δύναμη υπό τον Leon Gambetta.  Στις 19 αποφασίστηκε  επίθεση στις 29 προς το Νότο, για ένωση με τις δυνάμεις του Gambetta.  Όπως πίστευε ο Στρατηγός Ducrot, το σχέδιο ήταν εντελώς παράλογο. Επρόκειτο για μια επίθεση απαιτητική σε ένα από τα πιο ισχυρά σημεία των γερμανικών θέσεων. Επιπλέον δεν υπήρχε το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Οι Γερμανοί γνώριζαν τις γαλλικές προθέσεις δέκα μέρες πριν υλοποιηθούν.

Οι πρωινές επιτυχίες των Γάλλων στις 30 του μήνα, μετατράπηκαν σε αγωνιώδη προσπάθεια να κρατήσουν τις θέσεις που κατέλαβαν το βράδυ. Την 1η Δεκέμβριου υπήρξε ανακωχή και την επομένη οι Γερμανοί αντεπιτέθηκαν. Παρά την αποτυχία τους, ο Ducrot διέταξε υποχώρηση προς το Παρίσι, καθώς ο στρατός δεν μπορούσε να πολεμήσει άλλο, όντας 3 μέρες έκθετος στα καιρικά φαινόμενα και την ασιτία. Στις 3 Δεκεμβρίου, ο Moltke ενημέρωσε τον Ducrot για την ήττα του στρατού του Λίγηρα, και την ανακατάληψη της Ορλεάνης.

Στην γερμανική πλευρά, ο εκνευρισμός αυξανόταν γεωμετρικά όσο πλησίαζε το τέλος του 1870.  Η αντίθεση Moltke-Bismarck σχετικά με την ανάγκη βομβαρδισμού του Παρισιού, μονοπωλούσε το ενδιαφέρον και ηύξανε τα πάθη. Μετά από πολλές διαβουλεύσεις ο βομβαρδισμός ξεκίνησε στις 5 Ιανουαρίου. Ο Moltke είχε δίκιο πως δεν υπήρχε στρατιωτικός λόγος για ένα τέτοιο εγχείρημα. Πράγματι, το αποτέλεσμα σε καταστροφές  ήταν περιορισμένο. Ο λαός του Παρισιού ωστόσο πιέστηκε ακόμα περισσότερο, καθώς οι βομβαρδισμοί έδειχναν να επιδεινώνουν την πείνα και το κρύο.

Τελικώς, η μοίρα του Παρισιού σφραγίστηκε από τη μάχη του Buzenval. Αυτό που καιρό ζητούσαν ομάδες στην πόλη έγινε πραγματικότητα. Ένας λαός στα όπλα, 90.000 ανδρών συνολικά, εναντίον ενός εκπαιδευμένου τακτικού στρατού. Η επίθεση ξεκίνησε στις 19 Ιανουαρίου, καθώς οι Γάλλοι ξεκίνησαν από το  Mont Valérien και κινήθηκαν εναντίον της γερμανικής άμυνας. Τίποτα δεν λειτούργησε όπως έπρεπε και τη νύχτα ο Ducrot διέταξε υποχώρηση, η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί με το πρώτο φως του ηλίου.

Η Ειρήνη

Παρά το γεγονός ότι η ήττα της Γαλλίας και η παράδοση του Παρισιού ήταν δεδομένες, ο τρόπος που ο πόλεμος θα έληγε δεν ήταν ξεκάθαρο για κανένα από τα δύο στρατόπεδα. Οι Πρώσοι από τον Αυτοκράτορα μέχρι τον τελευταίο <<θνητό>>, βρίσκονταν στη μέση της διαμάχης ανάμεσα σε Bismarck και Moltke. Ο πρώτος θεωρούσε την πτώση του Παρισιού ευκαιρία για ειρήνη με τους πρωσικούς όρους, ενώ ο δεύτερος διέβλεπε στην πτώση το έναυσμα για <<να πολεμήσουμε αυτό το έθνος ψευτών μέχρι το τέλος>>.

Η κατάσταση της υγείας του Kaiser δεν επέτρεπε την επίλυση των διαφορών ανάμεσα στους δύο έμπιστους συμβούλους του. Παράλληλα, δεν φαινόταν να υπάρχει από την <<αντίπερα όχθη>>, οποιαδήποτε κυβερνητική μορφή, ικανή να αναλάβει διαπραγματεύσεις. Τελικώς, στις 24 Ιανουαρίου ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε Bismarck και την Κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας. Την επομένη, ο Jules Favre εξουσιοδοτήθηκε να υπογράψει ανακωχή τριών εβδομάδων(μέχρι τις 19 Φεβρουαρίου), προκειμένου να συγκληθεί Εθνικό Συμβούλιο στη Μπορντώ, για να παρθεί απόφαση περί πολέμου ή ειρήνης.

Τελικώς στις 26 Φεβρουαρίου 1871,οι Thiers και Favre της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας, ο Bismarck της νεοσύστατης Γερμανικής Αυτοκρατορίας και οι αντιπρόσωποι των Νότιων Γερμανικών κρατών, υπέγραψαν τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, η οποία ενίσχυσε την ανακωχή της 28ης Ιανουαρίου. Η πολεμική αποζημίωση ορίστηκε στα 5 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, ενώ η Αλσατία και η Λωραίνη θα παραχωρούνταν στη Γερμανία.  Οι γερμανικές δυνάμεις θα αποχωρούσαν από το Παρίσι και τα φρούρια στην δυτική όχθη του Σηκουάνα, μαζί με τα τμήματα νότια αυτού.

Αυτοκρατορική εφημερίδα Δικαίου της Γερμανικής Αυτοκρατορίας 26 Φεβρουαρίου 1871

Στις 10 Μαΐου, οι Favre και Bismarck υπέγραψαν τη συνθήκη της Φρανκφούρτης, η οποία μείωσε τα εδαφικά κέρδη των Γερμανών στη Λωραίνη ελαφρώς, ενώ η Γαλλία διατήρησε και την περιοχή του Belfort.  Σε αντάλλαγμα τα γερμανικά σύνορα επεκτάθηκαν ελαφρώς στην περιοχή του Λουξεμβούργου και της Metz. Με την επικύρωση από τους ηγέτες την 21η Μαΐου, ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος είχε και επισήμως λήξει. Η ανακωχή του Bismarck ολοκληρώθηκε από την ειρήνη του Moltke.  Η Γερμανική Αυτοκρατορία νίκησε μετά από πέντε μήνες μαχών, οι οποίες στοίχισαν τη ζωή σε 28.208 άνδρες και τραυμάτισαν ακόμα 88.488. Η Γαλλία έχασε 138.871 άνδρες ενώ τραυματίστηκαν 143.000.

Η Σημασία του Πολέμου

Ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος υπήρξε συγκλονιστικά επιδραστικός για τις μελλοντικές εξελίξεις και τον κόσμο που δημιουργήθηκε τον 20ο αιώνα, γεγονός που δεν αναγνωρίζεται. Είναι μια σύρραξη, η οποία είδε για τελευταία φορά μεσαιωνικές τακτικές μάχης να εφαρμόζονται, καθώς και την τελευταία πραγματικά επιτυχημένη χρήση του ιππικού. 50 χρόνια αργότερα, οι στρατιωτικοί του Μεγάλου Πολέμου θα την είχαν ξεχάσει.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς ένας πόλεμος με κύριο χαρακτηριστικό τα λάθη και τις παραλείψεις εκατέρωθεν, έπαιξε τέτοιο ρόλο. Αρχικά, προκάλεσε ιστορικές αλλαγές στην Ευρώπη. Η Β΄ Γαλλική Αυτοκρατορία έδωσε τη θέση της στη Γ΄ Γαλλική Δημοκρατία(4 Σεπτεμβρίου 1870), και δημιουργήθηκε η Γερμανική Αυτοκρατορία(18  Ιανουαρίου 1871). Η τελευταία έγινε η κύρια δύναμη στην ήπειρο, μεγαλώνοντας την ανησυχία των υπολοίπων δυνάμεων. Οι εξελίξεις με απαρχή την εν λόγω σύρραξη, φθάνουν τουλάχιστον μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια αλυσίδα γεγονότων η οποία εύκολα γίνεται κατανοητή, με το γερμανικο <<θαύμα>> και ταυτόχρονα απειλή, μοιραία στο επίκεντρο.

Σε πρώτη ανάγνωση, η Γερμανία έγινε μόνιμος εχθρός της Γαλλίας, κάτι που δεν επιθυμούσε ο Bismarck. Η Αλσατία και η Λωραίνη έπαιξαν τον ρόλο τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντίστοιχα και η πτώση του Παρισιού. Με μια πιο προσεχτική ματιά, η γερμανική νίκη κατέδειξε την ανάγκη ενός έθνους στα όπλα. Έναν λαό όχι μόνο εκπαιδευμένο στα στρατιωτικά πράγματα, αλλά και ικανό να κινητοποιηθεί γρήγορα και αποτελεσματικά. Όλες οι δυνάμεις θα ακολουθούσαν το παράδειγμα έντονης στρατικοποίησης της Γερμανίας, αλλά καμία όσο η ίδια η πρώτη διδάξασα, καθώς όπως προφητικά είπε στις 27 Ιανουαρίου 1871 στο Βερολίνο ο Sir Robert Morier προς τον Βαρόνο Stockmar:

«Τέτοιες απαράμιλλες επιτυχίες όπως αυτές που πέτυχαν τα γερμανικά όπλα, και η επακόλουθη απόλυτος δύναμη που έχει αποκτήσει το γερμανικό έθνος στην Ευρώπη, θα τείνει ιδιαίτερα να τροποποιήσει τον Γερμανικό χαρακτήρα, και αυτό όχι απαραίτητα προς το καλύτερο. Η αλαζονεία και η αυταρχικότητα είναι ιδιότητες που είναι πιθανό να αναπτυχθούν σε μια τευτονική φυλή κάτω από τέτοιες συνθήκες, χωρίς καύχημα ή κενοδοξία.»

Η Γερμανική νίκη έγινε θρύλος. Μια εποχή ηρώων που θα περνούσε στο συλλογικό υποσυνείδητο των Γερμανών, καθώς σε αυτήν  ανέτρεξαν ουσιαστικά, όταν χάρασσαν την στρατηγική τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έφερε ταυτόχρονα, μια επανάσταση σε στρατιωτικό και πολιτικό πεδίο. << Γέννησε>> τον σύγχρονο εθνικό πόλεμο, με τα γνωστά αποτελέσματα στον 20ο αιώνα. Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος εκ των υστέρων αποδείχθηκε ταυτόχρονα γερμανικός θρίαμβος, αλλά και καταστροφή. Της ίδιας της Γερμανίας, αλλά και ολόκληρου του κόσμου, γεγονός που δε μπορούσε να διαφανεί τη στιγμή που γραφόταν η ιστορία και δυστυχώς ούτε και πολύ αργότερα.

Από τη γαλλική πλευρά, ίσως διαφαίνεται πιο ξεκάθαρα η παραπάνω σημασία. Η Γαλλία πριν τον πόλεμο ζούσε με τις Ναπολεωνικές φαντασιώσεις. Μετά τον πόλεμο, βρέθηκε <<γκρεμισμένη>> από την πρωτοκαθεδρία στην Γηραιά Ήπειρο, απειλούμενη από μια νέα, όλο και πιο τρομακτική δύναμη, όπως θα φαινόταν αργότερα. Ίσως να αποτέλεσε από μια σκιώδη σκοπιά, την έναρξη του σύγχρονου κόσμου. Ας μην ξεχνάμε, ότι δίπλα στην αυταρχική Γερμανία της μνήμης της περήφανης νίκης, ξεκίνησε  να αναπτύσσεται και η μνήμη της Παρισινής Κομμούνας, η οποία αν και σύντομη(26 Μαρτίου-28 Μαΐου 1871), υπήρξε επίσης αν μη τι άλλο μεγάλης σημασίας στο μέλλον.

Η ασφάλεια της χρονικής απόστασης δίνει τη δυνατότητα πιο ασφαλών συμπερασμάτων και εκτίμησης των συνεπακολούθων.  Αυτό το πλεονέκτημα δεν έχουν οι δρώντες διαχρονικά. Είναι την ίδια στιγμή εξαιρετικά δελεαστικό να ασχοληθείς με την ανάλυση, προεκτείνοντας τη ροή των γεγονότων, η οποία ενέχει ωστόσο και την τραγικότητα πολλές φορές της ανθρώπινης δράσης και απόφασης, υπό το αμείλικτο πρίσμα του αποτελέσματος.  Ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος εμπεριέχει ενδεχομένως όλα εκείνα τα στοιχεία που συνυφαίνουν τη μαγεία αλλά και την κυνικότητα της ιστορίας.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  1. Howard, The Franco-Prussian War: THE GERMAN INVASION OF FRANCE, 1870–1871, Taylor & Francis Group, London, 2005.
  2. Shann and L. Delperier, Men-at- Arms, French Army 1870–71 Franco-Prussian War: Imperial Troops, Osprey Publishing, Oxford, 1991.
  3. A. Kissinger, The White Revolutionary: Reflections on Bismarck, Daedalus, Vol. 97, No. 3, Philosophers and Kings: Studies in Leadership (Summer, 1968), The MIT Press, on behalf of American Academy of Arts and Sciences, pp. 888-924.
  4. Webb, The Origins Of The Franco-Prussian War: A re-interpretation, A Journal of Social and Political Theory, No. 27 (OCTOBER 1966), Berghan Books in association with the Faculty of Humanities, Development and Social Sciences, University of KwaZulu- Natal, South Africa, pp. 9-20.
  5. Spencer, Historical Revision no. CXXII: Bismarck and the Franco-Prussian War, History, NEW SERIES, Vol. 40, No. 140 (OCTOBER, 1955), Wiley, pp. 319-325.
  6. W. Schroeder, The Lost Intermediaries: The Impact of 1870 on the European System, The International History Review, Vol. 6, No. 1 (Feb., 1984), Taylor and Francis Ltd, pp. 1-27.
  7. Pratt, A Fallen Idol: The Impact of the Franco-Prussian War on the Perception of Germany by British Intellectuals, The International History Review, Vol. 7, No. 4 (Nov., 1985), Taylor and Francis Ltd, pp. 543-575.
  8. E. Goddard, When right makes might: How Russia overturned the European balance of power, International Security, Vol.33, No.3 (Winter, 2008/2009), The MIT Press, pp. 110-142.
  9. Field Marshall Count Helmut von Moltke, The Franco-German War of 1870-1871, translated by Clara Bell and Henry W. Fischer, Harper and brothers, Franklin Square, New York, 1892.

Πηγές εικόνων

https://www.wikiwand.com/en/Anton_von_Werner

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Troupes_allemandes_%C3%A0_Torcy_en_septembre_1870.jpg

https://en.wikipedia.org/wiki/Franco-Prussian_War?fbclid=IwAR2H-FkRUsaEovHe0srEXUPIGZdcaLBoPOZJsgbTXsUQMU2-EYQiH54Hj84#/media/File:Bundesarchiv_Bild_146-1970-053-87,_Deutsch-franz%C3%B6sischer_Krieg_1870-71.jpg

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%92%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_(1871)?fbclid=IwAR2XX7WrSLyjKL4brwlCIBvkZ6BuhifNrwZHMzjrE5WGkBY81HcVoLY0K1g#/media/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF%3ADeutsches_Reichsgesetzblatt_1871_026_215.jpg

Βιογραφικό συντάκτη

https://greekhumans.com/2022/01/21/o-kwnstantinos-zafeiridhs-syntaktis-sto-greekhumans/

Πριν Φύγετε