Αρχική » Γιατί απέτυχε η Μικρασιατική Εκστρατεία;

Γιατί απέτυχε η Μικρασιατική Εκστρατεία;

Το χρονικό μιας προδιαγεγραμμένης τραγωδίας

0 comment 881 views

Του Κωνσταντίνου Ζαφειρίδη*

Εισαγωγή

Η Μικρασιατική Εκστρατεία υπήρξε τέκνο της νέας χάραξης του Μεταπολεμικού κόσμου από το νικητήριο «στρατόπεδο» της Entente. Μια χάραξη παράλογη κι εκδικητική, απότοκο της ανάγκης προσεταιρισμού όσο το δυνατόν περισσότερων συμμάχων στα τέσσερα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου. Οι Δυνάμεις υπόσχονταν γη και ουρανό σε όλους, συχνά την ίδια γη και τον ίδιο ουρανό.

Η Ελλάδα της συνεχούς πολεμικής ετοιμότητας και κατάστασης είναι βαθύτατα διχασμένη. Αποπειράθηκε να συναντήσει το απωθημένο της, το πεπρωμένο της, το λόγο ύπαρξης της. Εκμεταλλευόμενη τις συγκυρίες, έφθασε κοντά, αλλά συνάμα έμεινε και τόσο μακριά. Η εφόρμηση στο εσωτερικό της Ανατολίας κατέληξε σε εφιάλτη και καταστροφή, της οποίας το μέγεθος και τις συνέπειες, η ελληνική γλώσσα αδυνατεί να περιγράψει στον απόλυτο βαθμό.

Ίσως η αναζήτηση των αιτιών της ήττας να μοιάζει περιττή σήμερα 100 χρόνια μετά. Ωστόσο το συνταρακτικό των γεγονότων, καθιστά μια τέτοια κουβέντα, τουλάχιστον ενδιαφέρουσα.

Επιχειρησιακό πλαίσιο: η γεωγραφική πλευρά

Η Μικρά Ασία είναι μια εξαιρετικά ιδιόμορφη περιοχή από γεωγραφικής άποψης. Δεν παρουσιάζει δυσκολίες μονάχα η κατάκτηση και κατοχή εδάφους αλλά και ο διαχωρισμός της σε διακριτές και ξεχωριστές ενότητες. Πιθανή διανομή της είναι μια πρόκληση. Η παράλια δυτική ζώνη αντικαθίσταται από έρημο στο οροπέδιο της Κεντρικής Ανατολίας (Anadolu), το οποίο ορίζεται από οροσειρές σε Βορρά, Νότο και Ανατολή. Η διάκριση σε ενότητες είναι πολύ δύσκολη, καθώς υπάρχουν ζώνες οι οποίες αλληλεξαρτώνται και δεν μπορούν να νοηθούν αποκομμένες η μία από την άλλη.

Μία δυνατή διαίρεση είναι η γραμμή Αλάνταγ (Aladağ) στους πρόποδες του οποίου βρίσκονται τα Φάρασα στη Νοτιοανατολική Καππαδοκία, η λίμνη Τουζ Γκιολού (Tuz Gölü), ορεινή περιοχή της Άγκυρας, η οποία καταλήγει στην Μαύρη Θάλασσα ανάμεσα σε Ερεγλί (Ereğli) στα δυτικά και Σινώπη (Sinop) στα ανατολικά, χωρίζοντας την λεκάνη του ποταμού Άλυ, από τον Σαγγάριο. Η παραπάνω διαίρεση δεν είναι φυσικά οργανική αλλά εκτιμάται ως πιο λειτουργική από οποιαδήποτε άλλη.

Η εμπλοκή του ελληνικού στρατού ξεκινά στις 15 Μαΐου 1919, με την αποβίβαση των πρώτων τμημάτων στην Σμύρνη (Izmir). Η ελληνική παρουσία επεκτείνεται στην Μικρά Ασία τα επόμενα δύο χρόνια, με αποκορύφωμα την εκστρατεία Σαγγαρίου-Άγκυρας και την περίφημη μάχη του Σαγγαρίου(10 Αυγούστου-1 Σεπτεμβρίου π.η. 23 Αυγούστου- 13 Σεπτεμβρίου 1921 ν.η.). Το ύστατο της ελληνικής προέλασης δεν έφερε την επιθυμητή καθοριστική νίκη σε έναν πόλεμο από τον οποίο η Ελλάδα αδυνατούσε να απεμπλακεί. Ακολούθησε σχεδόν ένας χρόνος αδράνειας μέχρι την τελική τουρκική επίθεση, η οποία έφερε την κατάρρευση του μετώπου.

Η παράλογη προέλαση στο οροπέδιο της Ανατολίας είχε προδιαγεγραμμένο τέλος, έστω και αν οι διεθνείς συσχετισμοί έπαιξαν καίριο ρόλο και στον στρατιωτικό τομέα. Για τους έχοντες γνώση καθώς και τους υψηλά ισταμένους, το τέλος πρέπει να ήταν γνωστό, με τρόπο παρόμοιο με τον Πόντο, ο οποίος σύμφωνα με τα λόγια του Συνταγματάρχη Καθενιώτη, ήταν «χαμένος» από τον Ιανουάριο του 1919, κάτι για το οποίο ήταν ενήμερος και ο Βενιζέλος.

Το διεθνές σκηνικό

Ο μεταπολεμικός κόσμος ήταν ταυτόχρονα ένας κόσμος ειρήνης και ταυτόχρονα χάους για τους νικητές συμμάχους. Οι αόριστες και εν πολλοίς μη εφαρμόσιμες υποσχέσεις στις διάφορες χώρες ήταν δεδομένο ότι θα δημιουργούσαν νέα και δισεπίλυτα προβλήματα.

Η Βρετανία ενδιαφερόταν κυρίως για τον περιορισμό της γαλλικής παρουσίας στις ακτές της Συρίας, αποστερώντας της την Κιλικία. Η εφαρμογή των μυστικών συμφωνιών δεν βρίσκονταν στα σχέδια της, καθώς υποστήριζε πως είχαν συμφωνηθεί υπό άλλες συνθήκες και δεδομένα, τα οποία είχαν αλλάξει μετά τη νίκη των Μπο