Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος – Λόγος περί Ελεημοσύνης
Το ιστορικό πλαίσιο του λόγου του Αγίου
Της Βασιλικής Πολυζώνη*
Πλούσιοι και πτωχοί
236.
Πάλιν πενήτων υπόμνησις, πάλιν πλουσίων όνειδος. Ουκ αξίωμα διαβάλλω, μή γένοιτο, αλλ’ ακόλαστον γνώμην ου πλούτον διαβάλλω, αλλά τούς κακώς πλουτουντας καλόν γάρ ο πλούτος τοις καλώς διοικουσιν αυτόν καλή η πενία τοις καλώς υπομένουσιν αυτήν…
Σύ σηρικά και λαγωα και αίγεια περιβέβλησαι, καί ο πένης ράκος ουκ έχει καί σύ μέν τρώγεις φασιανούς ή όρνεις καί χηνας και όσα εστίν εν εδέσμασι καί ο πένης ουκ ισχύει τήν εαυτού κοιλίαν χορτάσαι άρτω καί λαχάνοις σύ έχεις τοίχους χρυσορόφους καί μάρμαρα Λακεδαιμόνια ποικίλα, καί κίονας καί περικεφαλαίας κιόνων χρυσας και ο πένης ουκ έχει καλύβην…
Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί ελεημοσύνης ( spurium), PG. 60.708.
Μετάφραση
Και πάλι η υπενθύμιση των φτωχών και πάλι η ντροπή των πλουσίων. Δεν κατηγορώ το αξίωμα, ας μη γίνει, αλλά την ακόλαστη γνώμη (σκέψη). Δεν κατηγορώ τον πλούτο, αλλά αυτούς που πλουτίζουν με κακό τρόπο γιατί ο πλούτος είναι καλός σε αυτούς που τον διαχειρίζονται σωστά καλή η φτώχεια σε αυτούς που την υπομένουν καλά…
Εσύ έχεις ντυθεί με μεταξωτά και με δέρματα λαγών και προβάτων και ο φτωχός δεν έχει κουρέλι, και εσύ τρως φασιανούς και κότες και χήνες και όσα υπάρχουν ανάμεσα στα φαγητά, και ο φτωχός αδυνατεί να χορτάσει την κοιλιά του με ψωμί και λάχανα, εσύ έχεις τοίχους (σπιτιού) με χρυσά ταβάνια και με διάφορα σπαρτιάτικα μάρμαρα και κίονες (στύλους, κολώνες) και χρυσά κιονόκρανα ενώ ο φτωχός δεν έχει καλύβα…
Λεξικά
– Α. Δημητράκος, Λεξικόν, τ.-9.
– LIDDELL & SCOTT, Λεξικόν, τ.-4.
Ιωάννης Χρυσόστομος
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ένας από τους πιο μεγάλους πατέρες της Ανατολικής εκκλησίας, γνωστός και ως Ιωάννης της Αντιόχειας γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας, μεταξύ 344 και 354[1]. Πατέρας του ήταν ο στρατηγός Σεκούνδος και μητέρα του η Ανθούσα.
Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχτηκε από τη μητέρα του. Στη συνέχεια σπούδασε ρητορική στη σχολή του Λιβάνιου[2], δάσκαλου και πολυγραφότατου συγγραφέα στην Αντιόχεια, και φιλοσοφία του Ανδραγαθίου. Λόγω της ρητορικής του δεινότητας αναδείχθηκε μέγας ρήτορας[3]. Επίσης, ακολούθησε θεολογικές σπουδές δίπλα στον Καρτέριο και το Διόδωρο της Ταρσού, στο λεγόμενο Ασκητήριο, τη Μεγάλη θεολογική Σχολή της Αντιόχειας. Σπούδασε συνήγορος και εξάσκησε το επάγγελμα για λίγους μήνες. Τελικά, εγκατέλειψε τη δικηγορία και βαπτίστηκε Χριστιανός[4] . Όταν όμως έφυγε από τη ζωή η μητέρα του, το 372 αποσύρθηκε από την κοσμική ζωή και ακολούθησε το μοναχισμό. Έζησε έξι χρόνια σαν μοναχός στην Αντιόχεια στην περιοχή του Σιλπίου ( 4 δίπλα σε γέροντα ασκητή και 2 μόνος του σε σπήλαιο). Η ζωή του ήταν πολύ σκληρή και ασκητική, με αποτέλεσμα να κλονιστεί σοβαρά η υγεία του. Κατά την επιστροφή του στην Αντιόχεια, χειροτονείται στην αρχή διάκονος το 381[5], από τον αρχιεπίσκοπο Αντιόχειας Μελέτιο και το 386 πρεσβύτερος από το διάδοχο του Μελετίου, Φλαβιανό μέχρι και το 397, ως πρεσβύτερος ήδη είχε αρχίσει να αναπτύσσει έντονη συγγραφική και ποιμαντική δράση, με σκοπό να καταπολεμήσει τους αιρετικούς της εποχής[6](Αρειανούς, ευνομοιανούς), τους Ιουδαίους οι οποίοι προσεταιρίζονταν τους Χριστιανούς, τους πλούσιους[7] και τους φορείς που ήταν υπεύθυνοι για την ηθική παρακμή της πόλης. Επίσης ιδρύει ιδρύματα, πτωχοκομεία, γηροκομεία, και καθιερώνει συσσίτιο.
Η φήμη για τη ρητορική και ποιμαντική του ικανότητα εκτοξεύτηκε, και το 387 έθεσε τη ζωή του στην υπηρεσία του αυτοκράτορα, όταν στρατιώτες του πήραν εντολή να πραγματοποιήσουν αντίποινα για στάση[8]σε βάρος στασιαστών της περιοχής. Η αγάπη και ο σεβασμός μάλιστα προς το πρόσωπο του Χρυσόστομου ήταν τόση, ώστε όταν προτάθηκε για την επισκοπή στην Κωνσταντινούπολη, ο λαός της Αντιόχειας αντέδρασε. Ο Ιωάννης αγωνίστηκε για την εξυγίανση των εκκλησιαστικών πραγμάτων που βρισκόταν τότε σε μεγάλη κατάπτωση και διαφθορά.
Το 397, όταν πεθαίνει ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος οι άνθρωποι της αυλής φέρνουν τον Ιερό Χρυσόστομο στην Κωνσταντινούπολη για να διαδεχτεί το Νεκτάριο θεωρώντας τον ως τον καταλληλότερο για τη διαδοχή του αρχιεπισκόπου[9]. Ακόμα και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Αρκάδιος υπέδειξε και υποστήριξε την υποψηφιότητά του[10]. Έτσι, το Φεβρουάριο του 398, με σύμφωνη γνώμη του κλήρου και του λαού, χειροτονείται από το Θεόφιλο Αλεξανδρείας Αρχιεπίσκοπος[11].
Από τη νέα του θέση, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος αναπτύσσει ευρύτατο ποιμαντικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο. Κύριο μέλημά του είναι η ηθική και η καλλιέργεια του ποιμνίου, όμως δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό, αλλά ιδρύει πολλά ευαγή ιδρύματα με σκοπό την ανακούφιση των φτωχών, ορφανών, ξένων και αρρώστων[12]. Επιπλέον, προσπάθησε να επιβάλλει τα σεμνά του ήθη και στον κλήρο. Έτσι, περιόρισε τα έξοδα των επισκόπων και των κληρικών και με τις οικονομίες αυτές, προχώρησε στις παραπάνω αγαθοεργίες. Επίσης, απαγόρευσε τη συμβίωση μοναχών και των δύο φύλων, καθώς και την πολυτέλεια στους μοναχούς. Το μεγάλο του προσόν όμως, είναι το άφθαστο χάρισμα του λόγου. Στο πρόσωπό του η χριστιανική ρητορική τέχνη επρόκειτο να βρει το μεγαλύτερο θεράποντά της[13]. Μιλάει στις περίφημες ομιλίες του για το λόγο του Ευαγγελίου, τη μετάνοια, τη μεταστροφή στο Θεό. Στηλιτεύει την ανηθικότητα και τη διαφθορά, καταγγέλλει την κοινωνική αδικία, στιγματίζει τη σπατάλη, την επίδειξη των πλουσίων και των αρχόντων[14], καταδικάζει τις αυθαιρεσίες του πολιτικού συστήματος, στρέφεται σε βάρος του διεφθαρμένου κλήρου. Στέκεται δίπλα στους αδυνάτους[15], τους ταπεινούς, τους αδικημένους, τους απλούς καθημερινούς ανώνυμους συνανθρώπους του που η υπεροψία και η αδικία των δυνατών συχνά καταδυνάστευε[16] και ζητούσε επίμονα να ακροαστεί από μία πανορθόδοξο Οικουμενική Σύνοδο. Αυτό ήταν που τον έφερε σε ρήξη με μεγάλο μέρος του κλήρου και της αυλής και εξορίστηκε στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, όπου και πέθανε[17].
Υπήρξε κορυφαίος Χριστιανός Επίσκοπος και κήρυκας κατά τον 4ο και 5ο αιώνα στην Αντιόχεια και την Κωνσταντινούπολη και ένας από τους πιο λαοφιλείς εκκλησιαστικούς ηγέτες. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους πατέρες της Ορθόδοξης και Καθολικής εκκλησίας.
Ο Ιερός Χρυσόστομος άφησε ένα ογκωδέστατο έργο. Όλο το έργο του καλύπτει 18 τόμους στην Patrologia Graeka του Μigne[18]. Τα έργα του, διαβάζονται και αντιγράφονται συνεχώς. Η διαχρονικότητα των έργων του Ιωάννη ερμηνεύεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως απόδειξη της θεοπνευστίας τους, κατά την ανάγνωση των έργων του διαπιστώνει κανείς τη συναρπαστική ρητορική του δεινότητα[19], την παιδαγωγική ευελιξία, τη σπάνια βιβλική κατάρτιση τη ψυχοδιαγνωστική του ικανότητα την ποιμαντική του αγωνία και την ορθόδοξη θεολογία. Σύμφωνα με το στοιχείο που παραθέτει ο μαθητής του, ο Θεοδώρητος, ο Χρυσόστομος καθιέρωσε στην εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έναν ειδικό τύπο ψαλμωδίας , ο τύπος που γνωρίζουμε ως ψαλμωδία στη Θεία Λειτουργία.
Από την ομιλία του Χρυσόστομου (εις τον Ιωσήφ και περί σωφροσύνης) επηρεάστηκε ο Ρωμανός και έγραψε το κοντάκιο για την ερωτική πρόκληση της γυναίκας του Αιγύπτιου άρχοντα Πετεφρή και την σωφροσύνη και εγκράτεια του Ιωσήφ[20].
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος έβαζε μόνιμα μία διαχωριστική γραμμή μεταξύ του τρόπου σκέψης των φιλοσόφων και της εκκλησίας. Αυτό το έκανε γιατί οι φιλοσοφικές θεωρίες εμπλέκονταν με τα εκκλησιαστικά δόγματα δημιουργώντας αφενός αιρέσεις, αφετέρου η ελληνική φιλοσοφική σκέψη επηρέαζε τον τρόπο ζωής πολλών χριστιανών. Εν τούτοις πολλές φορές επαινεί τους φιλοσόφους όπως το Σωκράτη κ.α., όταν διαπιστώνει στη ζωή τους την περιφρόνηση προς τα υλικά αγαθά και την ηθική τους συμπεριφορά, και ποτέ για τις μεταφυσικές τους αντιλήψεις. Επίσης καυτηριάζει τον Πλάτωνα επειδή κατά την άποψή του το πνεύμα του Έλληνα φιλοσόφου είναι φιλόυλο και αντικρούει τον Αριστοτέλη για το θέμα της προσιτότητας προς το Θεό[21].
Ο Θεοδόσιος και οι διάδοχοί του
Πριν ανέλθει στο θρόνο της αυτοκρατορίας ο Μέγας Θεοδόσιος υπήρχε μεγάλη κρίση που διήρκησε από το 378, όταν οι Γότθοι στην ολέθρια μάχη της Ανδριανούπολης, στην Ανατολική Θράκη, κατάσφαξαν το άνθος του ρωμαϊκού στρατού που είχε οδηγό του τον αυτοκράτορα Βαλέντιο. Ο Θεοδόσιος, ο Μέγας επανέφερε προσωρινά την τάξη. Ακολουθώντας την παλιά τακτική παραχώρησε στους εισβολείς αυτοκρατορικές εκτάσεις στα νότια του Δούναβη. Πολλοί από τους εισβολείς αυτούς κατατάχτηκαν στο ρωμαϊκό στρατό ή υπηρέτησαν σε ανεξάρτητες μονάδες με δικούς τους αρχηγούς (φαιδεράτοι)[22]. Τα πολλά και μεγάλα προβλήματα που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ο Θεοδόσιος κατά τη διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων της βασιλείας του είχαν εξασθενήσει την ήδη κλονισμένη υγεία του, σε συνδυασμό με την πάλη που είχε με τον Ευγένιο, ο οποίος ήθελε να του πάρει το θρόνο, και αφού κατατρόπωσε τον Ευγένιο, το φθινόπωρο του 394, ο Θεοδόσιος αρρώστησε βαριά και τον Ιανουάριο του 395 πέθανε[23]. Το Θεοδόσιο τον διαδέχτηκαν οι δυο γιοί του, ο Αρκάδιος και ο Ονώριος. Ο Αρκάδιος διοίκησε στην Ανατολή, την περίοδο 395-408 και ο Ονώριος στη Δύση, το 395-423[24].
Ο Αρκάδιος στην Ανατολή είχε ανακηρυχθεί Αύγουστος από τον πατέρα του, Θεοδόσιο, το 383 όταν ήταν μόλις 17 χρονών. Η αντιζηλία των αδερφών και πολύ περισσότερο των συμβούλων τους, στην Ανατολή, έπαρχο πραιτορίων Ρουφίνο και στη Δύση, στρατηγό του ιππικού και πεζικού Στηλίχωνα, σύζυγο της ανεψιάς και θετής κόρης του Θεοδοσίου Σερένης, αποτέλεσε εμπόδιο στο συντονισμό των δύο εδρών. Για τους σύγχρονους όμως, η αυτοκρατορία συνέχιζε να είναι ενιαία με δύο διαφορετικές έδρες διακυβέρνησης. Επειδή η Ανατολή είχε δοθεί στο μεγαλύτερο γιο, αυτό σήμαινε ότι το κέντρο βάρος μετατοπιζόταν εκεί, ενώ ο στρατός είχε παραμείνει εξολοκλήρου στη Δύση. Τον είχε μεταφέρει ο Θεοδόσιος Α΄, για να πολεμήσει το σφετεριστή Ευγένιο[25]. Επικεφαλής του στρατού ήταν ο πατρίκιος Στηλίχων, ο οποίος είχε αρχικά την κηδεμονία των δύο αυτοκρατόρων, μετά από επιθυμία του Θεοδόσιου. Αυτός έχοντας στις διαταγές του όλο το στρατό της αυτοκρατορίας, φυσικό ήταν να αισθάνεται πανίσχυρος. Στην Κωνσταντινούπολη, από το 393, ύπαρχος της Ανατολής ήταν ο Ρουφίνος, κελτικής καταγωγής, από την επαρχία Novempopulana της Γαλατίας, ικανός και φιλόδοξος, ο οποίος ήθελε να αποσπάσει την κηδεμονία του Αρκαδίου από το Στηλίχωνα, για να τον εμποδίσει, κατά τον ιστορικό Ζώσιμο, να επεκτείνει την κυριαρχία του στο ανατολικό κράτος, το οποίο δεν είχε δικές του στρατιωτικές δυνάμεις και δε θα μπορούσε να αντισταθεί στις φιλοδοξίες του Στηλίχωνα. Στην αρχή ο Ρουφίνος επηρέαζε τον αυτοκράτορα Αρκάδιο[26]. Γρήγορα όμως ο Ρουφίνος δολοφονήθηκε και δύο χρόνια αργότερα άρχισε να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το νεαρό αυτοκράτορα ο ευνούχος Ευτρόπιος. Ο κύριος λόγος για την ανάδειξη του νέου ευνοούμενου, οφείλεται στο ότι πέτυχε να παντρέψει τον Αρκάδιο με την Ευδοξία, κόρη ενός Φράγκου αξιωματικού, ο οποίος υπηρετούσε στο Ρωμαϊκό στρατό[27].
Το Γοτθικό πρόβλημα τον 4ο αιώνα
Οι Βισιγότθοι, με έναν ικανό αρχηγό, τον Αλάριχο, είχαν εγκατασταθεί στα Βόρεια της Βαλκανικής Χερσονήσου. Μόλις ο Αρκάδιος ανέλαβε την εξουσία, ο Αλάριχος άρχισε να λεηλατεί τα Βαλκάνια και έκανε εκστρατεία εναντίον της Θράκης και της Μακεδονίας απειλώντας ακόμα και την πρωτεύουσα. Ο Ρουφίνος επενέβηκε με διπλωματικό τρόπο και άλλαξε το σχέδιο του Αλάριχου που ήταν απειλή για την Κωνσταντινούπολη. Ο Αρκάδιος λοιπόν, μετά από παρότρυνση του Ρουφίνου, ήρθε σε συμβιβασμό μαζί με τον Αλάριχο και τον διόρισε διοικητή της επαρχίας του Ιλλυρικού. Με αυτόν τον τρόπο, πλέον, η προσοχή των Γότθων στράφηκε προς την Ελλάδα. Ο Αλάριχος, αφού διέσχισε τη Θεσσαλία, έπειτα έφθασε μέχρι την Κεντρική Ελλάδα, μέσω των Θερμοπυλών. Στην πορεία τους, οι Γότθοι λεηλάτησαν και κατέστρεψαν την Αττική και τη Βοιωτία. Ο Πειραιάς έπεσε στα χέρια των βαρβάρων, ευτυχώς όμως δεν κατέστρεψαν την Αθήνα. Επίσης, η Πελοπόννησος υπέφερε πολύ από την εισβολή των Γότθων, οι οποίοι λεηλάτησαν την Κόρινθο, το Άργος, τη Σπάρτη, την Ολυμπία και πολλές άλλες πόλεις[28].
Ο Στηλίχωνας υπερασπίστηκε την Ελλάδα και αποβίβασε το στρατό του στον ισθμό της Κορίνθου αποκόπτοντας έτσι την υποχώρηση του Αλάριχου, ο οποίος τότε στράφηκε στην Ήπειρο, όπου και έφθασε με μεγάλη δυσκολία. Ο Αρκάδιος τίμησε τον Αλάριχο με το στρατιωτικό τίτλο του Magister militum per Illyricum, αν και λεηλάτησε τις ελληνικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Μετά από αυτό, ο Αλάριχος έπαψε να απειλεί την ανατολική πλευρά της αυτοκρατορίας και στράφηκε προς την Ιταλία[29].
Εκτός από την απειλή των Γότθων στη Βαλκανική Χερσόνησο, έχουμε και την επίδραση των Γερμανών στην πρωτεύουσα, οι οποίοι είχαν καταλάβει αξιόλογες θέσεις του στρατού και της διοίκησης. Όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Αρκάδιος το πρώτο κόμμα σε δύναμη της πρωτεύουσας ήταν οι Γερμανοί, με αρχηγό έναν από τους καλύτερους στρατηγούς του αυτοκρατορικού στρατού, τον Γότθο Γαϊνά, ο οποίος είχε μαζί του αντιπροσώπους της φιλογερμανικής κίνησης και στρατιώτες γοτθικής προέλευσης. Μειονέκτημα όμως των Γερμανών αποτέλεσε το γεγονός ότι ήταν οπαδοί του Αρείου. Δεύτερο σε δύναμη, κόμμα στην πρώτη περίοδο της βασιλείας του Αρκαδίου ήταν το κόμμα του δυναμικού ευνούχου Ευτροπίου που είχε οπαδούς πολλούς φιλόδοξους κόλακες, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την ικανοποίηση προσωπικών συμφερόντων[30].
Ο Γαϊνάς και ο Ευτρόπιος συναγωνίζονταν μεταξύ τους για την κατάκτηση της εξουσίας. Κατά τους ιστορικούς υπήρξε και τρίτο πολιτικό κόμμα που ήταν τόσο κατά των Γερμανών όσο και κατά του Ευτρόπιου που απαρτίζονταν από συγκλητικούς, υπουργούς και τον περισσότερο κλήρο. Το κόμμα αυτό αντιπροσώπευε τη θρησκευτική και εθνικιστική ιδεολογία, με αρχηγό τον Αυρηλιανό. Την εποχή που οι Γότθοι της Φρυγίας, επαναστάτησαν και λεηλατούσαν τη χώρα, με αρχηγό τους τον Τριβιγίλδο, ο Γαϊνάς που είχε σταλεί να καταστείλει την επανάσταση, συμμάχησε με τον Τριβιγίλδο, νίκησε τον αυτοκρατορικό στρατό και έγινε κύριος της κατάστασης. Στη συνέχεια, οι δύο Γότθοι αρχηγοί ζήτησαν από τον αυτοκράτορα να καθαιρεθεί ο Ευτρόπιος και να παραδοθεί στα χέρια τους, τον οποίο αντιπαθούσαν τόσο η σύζυγος του αυτοκράτορα Ευδοξία όσο και ο Αυρηλιανός. Ο Αρκάδιος αναγκάστηκε να εξορίσει το 399 μ.Χ. τον Ευτρόπιο, χωρίς όμως να τον παραδώσει στους Γότθους για να τον εκτελέσουν. Ο Ευτρόπιος εξορίστηκε στην Κύπρο με την κατηγορία ότι επιδίωξε να ανακηρυχτεί αυτοκράτορας, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στη Χαλκηδόνα[31]. Αφού οι Γότθοι είχαν μια γερή βάση στην Κωνσταντινούπολη, έγιναν κύριοι της αυτοκρατορίας. Ο Αρκάδιος και οι κάτοικοι της πρωτεύουσας είχαν πλήρη επίγνωση του κινδύνου. Ενώ ο Γαϊνάς έλειπε μακριά από την πρωτεύουσα, ξέσπασε μια ξαφνική επανάσταση, στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν πάρα πολλοί Γότθοι, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να επιστρέψει πίσω. Ο Αρκάδιος έστειλε εναντίον του Γαϊνά τον πιστό Γότθο Φραβίττα, ο οποίος νίκησε τον επαναστάτη τη στιγμή που προσπάθησε να πάει στη Μ.Ασία. Έπειτα, ο Γαϊνάς για να ξεφύγει, κατέφυγε στη Θράκη, όμως εκεί συγκρούστηκε με το βασιλιά των Ούννων, Ούλδη. Ο τελευταίος, αφού σκότωσε τον Γαϊνά, του έκοψε το κεφάλι και το έστειλε, δώρο στον Αρκάδιο. Με αυτόν τον αποτελεσματικό τρόπο αντιμετωπίστηκε το Γοτθικό πρόβλημα, στις αρχές του πέμπτου αιώνα. Κάθε μεταγενέστερη προσπάθεια των Γότθων να αποκτήσουν την παλιά τους επιρροή δεν είχε ανταπόκριση[32].
Η κρίση στην εκκλησία – Ιωάννης Χρυσόστομος
Μέσα από τα προβλήματα που δημιούργησαν οι Γερμανοί ξεπρόβαλε μια μεγάλη προσωπικότητα, αυτή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννου του Χρυσόστομου. Μετά το θάνατο του Πατριάρχη Νεκταρίου, ο Ευτρόπιος διάλεξε για νέο Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης τον ιεροκήρυκα της Αντιόχειας Χρυσόστομο, του οπίου η φήμη ήταν μεγάλη. Ο τελευταίος μεταφέρθηκε κρυφά στην πρωτεύουσα για να μην ξεσηκωθεί ο λαός της Αντιόχειας που ήταν πολύ αφοσιωμένος σ’ αυτόν. Ο Χρυσόστομος χειροτονήθηκε επίσκοπος το 398 και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, παρά τις σκευωρίες του επισκόπου Αλεξανδρείας Θεόφιλου, διότι υπήρχε αντιζηλία μεταξύ των θρόνων Αλεξανδρείας και Κωνσταντινουπόλεως[33]. Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη δύναμη Λόγου που ακολουθούσε αυστηρά τις ηθικές αξίες και οι πράξεις του πάντοτε συμφωνούσαν με τις θεωρίες του. Επειδή όμως απεχθανόταν την πολυτέλεια και ήταν προσκολλημένος στον Σύμβολο της Νικαίας, είχε πολλούς εχθρούς. Ο πιο επικίνδυνος εχθρός του ήταν η αυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία αγαπούσε την πολυτέλεια και τις απολαύσεις, πράγμα που ανάγκαζε το Χρυσόστομο να την καταγγέλλει δημόσια στα κηρύγματά του. Άλλος εχθρός του ήταν οι Αρειανοί Γότθοι στους οποίους αρνήθηκε να παραχωρήσει μια από τις εκκλησίες της πρωτεύουσας, ενώ σεβόταν πολύ τους ορθόδοξους Γότθους. Οι σταθερές θρησκευτικές ιδέες του Χρυσόστομου, η έντονη κριτική της πολυτέλειας και το ότι δε συμβιβάζονταν, αύξησε τους εχθρούς του. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας επηρεάστηκε από τους εχθρούς του Πατριάρχη και επίσημα δήλωνε την αντιπάθειά του. Αυτή η αντίθεση του αυτοκράτορα ανάγκασε το Χρυσόστομο να φύγει στη Μ. Ασία. Επειδή όμως έγιναν μεγάλες αναταραχές για την αποχώρηση του Πατριάρχη, αναγκάστηκε ο αυτοκράτορας να καλέσει το Χρυσόστομο από την εξορία. Η ειρήνη μεταξύ τους δεν κράτησε πολύ. Τα εγκαίνια του αγάλματος της Ευδοξίας έδωσαν στον Ιωάννη νέα ευκαιρία να επιτεθεί με μια ομιλία εναντίον της αυτοκράτειρας και να καταγγείλει τα ελαττώματα της. Το αποτέλεσμα ήταν το 404 να εξοριστεί ο Ιωάννης στην Κουκουσό της Καππαδοκίας. Μετά από τρία χρόνια στάλθηκε στην νέα εξορία του, στις Ανατολικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας, αλλά πέθανε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, το 407. Ο αυτοκράτορας της Δύσης, Ονώριος και ο πάπας είχαν προσπαθήσει να σταματήσουν το διωγμό του Χρυσόστομου και των οπαδών του, αλλά απέτυχαν[34].
Ο Αρκάδιος πέθανε το 408, αφού προηγουμένως πέθανε η σύζυγός του Ευδοξία, αφήνοντας διάδοχο το γιο του, Θεοδόσιο Β΄ που ήταν μόλις επτά χρονών.
Οικονομικός βίος
Την ίδια περίοδο ο περισσότερος πληθυσμός της αυτοκρατορίας ήταν γεωργοί που δούλευαν στα χωράφια των γαιοκτημόνων και η ζωή τους από οικονομικής πλευράς δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Οι συγγραφείς τους παριστάνουν να εργάζονται συνεχώς και να αμείβονται ελάχιστα όταν δούλευαν σε ξένα κτήματα. Η ημερήσια αμοιβή τους ήταν ένα δηνάριο ή δώδεκα φόλλεις. Είχαν τόση φτώχια, ώστε δεν μπορούσαν να αγοράσουν ούτε ένα πρόβατο. Άλλοι που δεν μπορούσαν να αγοράσουν σπόρο για να σπείρουν τα χωράφια, έβαζαν ενέχυρο τα ρούχα τους ή και τα σκαφτικά τους εργαλεία, ενώ οι αυτοκράτορες είχαν την άποψη ότι για να ευημερούν οι χωρικοί και οι γεωργοί έπρεπε να είναι δυνατό το κράτος. Λάμβαναν κατά καιρούς υπέρ αυτών, διάφορα προστατευτικά μέτρα κατά των μοναστηριών και των μεγάλων γαιοκτημόνων, χωρίς όμως να μπορούν, δυστυχώς, να τους προστατεύσουν[35].
Κυρίως ζήτημα
Το Βυζαντινό κράτος που η γεωγραφική του θέση εξαπλώνονταν σε τρεις ηπείρους και πέντε θάλασσες και βρισκόταν στη διασταύρωση των πιο σπουδαίων εμπορικών δρόμων που συνδέουν την Ανατολή με τη Δύση είναι φυσικό ότι είχε οικονομία εξαρτώμενη από αυτούς τους παράγοντες. Πράγματι, η οικονομία της αυτοκρατορίας είχε χαρακτήρα τόσο αγροτικό όσο και αστικό, βιοτεχνικό και εμπορικό[36].
Όταν άρχισαν οι επιδρομές των Βαρβάρων, την εποχή του Θεοδόσιου, δημιουργήθηκαν πολλά προβλήματα στην οικονομία της αυτοκρατορίας[37]. Για την αντιμετώπισή τους έγιναν τεράστιες δαπάνες χρημάτων για το πολεμικό δυναμικό, καθώς και για την κοινωνική πρόνοια[38]. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με πολλές λανθασμένες κινήσεις του Θεοδόσιου στη διοίκηση της αυτοκρατορίας, είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική της εξάντληση[39].
Κυρίαρχο στοιχείο της πρώιμης βυζαντινής περιόδου είναι η μεγάλη ιδιοκτησία γης. Οι μικροϊδιοκτήτες είναι ελάχιστοι, αλλά αυτοί γρήγορα χάνουν την ιδιοκτησία τους και την ελεύθερη μετακίνησή τους[40]. Παράλληλα με τη μεγάλη ιδιοκτησία γης υπάρχει και η μεγάλη μερίδα των δούλων[41].
Οι μικροκαλλιεργητές και οι δούλοι βρίσκονταν σε τέτοια οικονομική κατάσταση που οι συγγραφείς, τους παριστάνουν να δουλεύουν συνεχώς και να είναι φτωχοί και ελάχιστα αμειβόμενοι, όταν δούλευαν στα ξένα κτήματα. Η ημερήσια αμοιβή τους ήταν ένα δηνάριο και γενικότερα, η οικονομική τους κατάσταση ήταν τέτοια, ώστε να τους λείπουν τα απολύτως απαραίτητα[42]. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ενώ αγωνιζόταν κατά της εκμετάλλευσης των ανθρώπων, ωστόσο προέτρεπε τους δούλους να είναι πιστοί στους κυρίους τους και αυτοί με τη σειρά τους να σέβονται και να αγαπούν τους δούλους τους[43].
Ενώ, όμως, ο λαός λιμοκτονούσε οι άνθρωποι του παλατιού πλούτιζαν, όπως ο Ευτρόπιος[44] και άλλοι. Η αυτοκράτειρα Ευδοξία ήταν φιλοχρήματη και προκαλούσε με τη συμπεριφορά της. Έτσι, όταν στήθηκε το άγαλμά της[45], πήρε αφορμή ο Χρυσόστομος και μίλησε για τη διαφθορά του παλατιού και ιδιαίτερα της Ευδοξίας, πράγμα που εξόργισε τον αυτοκράτορα Αρκάδιο και την Ευδοξία[46]. Αποτέλεσμα όλης αυτής της διαμάχης ήταν να μιλήσει ο Ιωάννης Χρυσόστομος περί ελεημοσύνης και περί πλουσίων και φτωχών[47].
Η ελεημοσύνη[48] θεωρείται ως βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος που είναι αυθεντία της κοινωνικής ηθικής έγραφε «Αν κανείς δεν έχει έλεος παύει να είναι άνθρωπος» και υποστήριζε, κατά τον Κωνσταντέλο, ότι η ελεημοσύνη είναι η τέχνη που το εργαστήριό της βρίσκεται στον ουρανό και ότι καθηγητής της δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά ο Θεός. Για αυτόν το λόγο, θεωρούσε ότι η αρετή της ελεημοσύνης έπρεπε να διδάσκεται σε όλους, μικρούς και μεγάλους[49]. Η ελεημοσύνη λοιπόν, για τον Ιωάννη το Χρυσόστομο είναι σημαντική αρετή που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος. Αυτός είναι και ο λόγος που κατέκρινε με τα κηρύγματά του τη διαφθορά που επικρατούσε εκείνη την εποχή στην αυλή[50] και που τον οδήγησε στην εξορία, μετά από απόφαση του αυτοκράτορα Αρκάδιου και της γυναίκας του, Ευδοξίας, όπου και πέθανε[51].
Βιβλιογραφία – Πηγές
[1] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 124 (ελλην. μτφ υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Β΄), σ. 774, βλ. επίσης Ι. Καραγιαννόπουλος, Πηγαί, σ. 116.
[2] Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Β΄), σ. 774, βλ. επίσης A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 124 (ελλην. μτφ υπό Δ. Σαβράμη).
[3] Ι. Καραγιαννόπουλος, Πηγαί, σ. 116, βλ. επίσης Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Β΄), σ. 774.
[4] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 124 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη).
[5] Ι. Καραγιαννόπουλος, Πηγαί, σ. 116.
[6] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη).
[7] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη).
[8] Απ. Καρπόζηλος, χρονογράφοι (τ.-Α΄), σ. 360-365 (εκτενέστερη αναφορά στη στάση του 387).
[9] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Ι. Καραγιαννόπουλος, Πηγαί, σ. 116.
[10] Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 100, παρ. Εκκλ. Κρίση- Ι. Χρυσόστομος.
[11] Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Β΄), σ. 774.
[12] Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 100, παρ. Εκκλ. Κρίση- Ι. Χρυσόστομος.
[13] Herbert Hunger, Λογοτεχνία (τ.-Α΄), σ. 128-183, κεφ. Ρητορική (μτφ. Ιωάννης Β. Αναστασίου).
[14] Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Β΄), σ. 774, βλ. επίσης A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη).
[15] Ι.Ε. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 215, παρ. 16.
[16] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 215, παρ. 16.
[17] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125-126(ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 221-230, βλ. επίσης Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Β΄), σ. 774 (αναφέρει ότι τα κηρύγματα του Χρυσοστόμου, κατά του πλούτου, τον έφεραν σε ρήξη με την αυτοκράτειρα Ευδοξία), βλ. επίσης Ι. Καραγιαννόπουλος, Πηγαί, σ. 116, βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 101, παρ. Εκκλ. Κρίση- Ι. Χρυσόστομος.
[18] Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Β΄), σ. 775.
[19] Herbert Hunger, Λογοτεχνία (τ.-Α΄), σ. 129, κεφ. Ρητορική (μτφ. Ιωάννης Β. Αναστασίου), βλ. επίσης Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Β΄), σ. 775.
[20] Θ. Δετοράκης, Φιλολογία, σ. 134, 147, παρ. Τα κοντάκια του Ρωμανού
[21] Herbert Hunger, Λογοτεχνία (τ.-Α΄), σ. 42-55, κεφ. Φιλοσοφία (μτφ. Λίνος Γ. Μπενάκης).
[22] Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 48.
[23] Ι. Καραγιαννόπουλος, Κράτος, σ. 88, κεφ. 2, βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 193, κεφ. 2, παρ. 6.
[24] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 90 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Ι. Καραγιαννόπουλος, Κράτος, σ. 88, κεφ. 2, βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 194, κεφ. 2, παρ. 7, βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 92.
[25] Διον. Α. Ζακυθηνός, Ιστορία (324-1071), σ. 48, κεφ. 2, βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 195-196, κεφ. 2, παρ. 7, βλ. επίσης Ι. Καραγιαννόπουλος, Κράτος, σ. 88, κεφ. 2, βλ. επίσης Καίμπριτζ, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 48.
[26] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 119 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), παρ. Αρκάδιος, βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 196, κεφ. 2, παρ. 7, βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 92.
[27] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 119-120 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), παρ. Αρκάδιος
[28] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 120 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Ι. Καραγιαννόπουλος, Κράτος, σ. 89, κεφ. 2, βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 96.
[29] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 121 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 96.
[30] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 121 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη).
[31] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 121, 123 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 98, παρ. Η πτώση του Ευτροπίου.
[32] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 123-124 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 99, παρ. Η «τυραννίς».
[33] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 124-125 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Ι.Ε. Κραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 214, κεφ. 2, παρ. 16, βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 101, παρ. Εκκλ. Κρίση- Ι. Χρυσόστομος.
[34] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 124-126 (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 214, κεφ. 2, παρ. 16, βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 100, παρ. Εκκλ. Κρίση- Ι. Χρυσόστομος.
[35] Φ. Κουκουλές, Πολιτισμός, σ. 279, κεφ. «Η οικονομική κατάστασις των γεωργών».
[36] Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 740, κεφ. «Οικονομικός βίος».
[37] Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 181-182, κεφ. 2, παρ. 1, βλ. επίσης κεφ. 4, σ. 675.
[38] Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 653, κεφ. 4.
[39] Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 187-192, κεφ. 2, παρ. 4, βλ. επίσης Πλύμνια Αθανασιάδη-Fowden, Ιστορία (τ.-Ζ΄), εν. «Ο Μέγας Αιών», σ. 82, κεφ.. Θεοδόσιος, παρ. οικονομική.
[40] Georg Ostrogorsky, Ιστορία (τ.-1ος), σ. 114, βλ. επίσης Ι. Κ αραγιαννόπουλος, Αγροτικές σχέσεις, σ. 17, παρ. α, 4ος-6ος αι., βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 726, κεφ. Β, παρ. 5, βλ. επίσης Ι. Καραγιαννόπουλος, Συμβολή, σ. 167 (Η κοινώνική όψη της Αυτοκρατορίας, κατά τον G.Ostrogorsky).
[41] Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 736, παρ. 3.
[42] Φ. Κουκουλές, Πολιτισμός, σ. 279, κεφ. «Η οικονομική κατάστασις των γεωργών».
[43] Δ.Ι. Κωνσταντέλος, Πενία, σ. 122.
[44] Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 96.
[45] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125, κεφ. Ι. Χρυσόστομος (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 101, παρ. Εκκλ. Κρίση-Ι. Χρυσόστομος.
[46] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125, κεφ. Ι. Χρυσόστομος (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 221, βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 101, παρ. Εκκλ. Κρίση-Ι. Χρυσόστομος.
[47] Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί ελεημοσύνης (spurium), PG. 60.708.
[48] A. Kazhdan, Leon III, ODB (τ.-1ος), σ. 69-70.
[49] Δ.Ι. Κωνσταντέλος, Πενία, σ. 67.
[50] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125, κεφ. Ι. Χρυσόστομος (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 221-228, βλ. επίσης Τηλέμαχος Λουγγής, Ιστορία (τ.-Ζ΄), κεφ. Το Ανατολικό. (395-518), σ. 101, παρ. Εκκλ. Κρίση-Ι. Χρυσόστομος.
[51] A.A. VASILIEV, Ιστορία (324-1204), σ. 125-126, κεφ. Ι. Χρυσόστομος (ελλην. μτφ. υπό Δ. Σαβράμη), βλ. επίσης Ι.Ε. Καραγιανόπουλος, Ιστορία (τ.-Α΄), σ. 221-228.
Πηγή εικόνας
https://www.orp.gr/wordpress/?p=16767
Βιογραφικό Συντάκτριας
https://greekhumans.com/h-vasiliki-polyzwnh-syntaktria-sto-greekhumans/