Δωρεαν παιχνιδια καλύτερους φρουτάκια ηλεκτρονικό καζίνο για κινητά

  1. Το καυτερό ρεβάντο του καλύτερου καζίνο στο διαδίκτυο: Ξεσπάζει τα ξίφες του μάρκετινγκ: Όσο περισσότεροι πόντοι συλλέγετε, τόσο υψηλότερα επίπεδα μπορείτε να φτάσετε.
  2. Φρουτάκια Ασιατικά Buy Bonus: Η Τελευταία Επιδεινότητα της Καζίνο Αδυναμίας - Πήραν ακόμη μια βαθιά ματιά στην εξυπηρέτηση και την υποστήριξη πελατών και τις διάφορες τραπεζικές μεθόδους για την κατάθεση και την ανάληψη κεφαλαίων.
  3. 100 δωρεαν περιστροφες χωρις καταθεση 2026 καζινο: Η Ψευδαίσθηση των Κερδών: Ένας άπειρος γαλαξίας από τα καλύτερα παιχνίδια διασφαλίζει ότι οι παίκτες τους δεν θα βαρεθούν ποτέ ούτε θα περιπλανηθούν φυσικά.

Μπλακ τζακ hd

Φρουτάκια Android 2026: Η απογοήτευση που περιμένει κάθε απίθανο παίκτη
Στο τέλος είναι πραγματικά όλα σχετικά με την προσωπική επιλογή.
Στο σλοτ χαμηλο πονταρισμα η κωμική τραγικότητα του modern gambling
Ένας σοφός παίκτης θα πρέπει να ανακρίνουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα με προσοχή πριν από την έναρξη για να παίξετε Ψάρεμα αποστολή σε απευθείας σύνδεση.
Πρέπει να θέλετε να μάθετε για αυτά.

Ηλεκτρονική ρουλέτα online κερδοι

Luxury casino καταθέστε 1€ πάρτε 80 δωρεάν περιστροφές GR: Η εξωπραγματική ψευδαίσθηση που ξεκινά με ένα ευρώ
Το λογότυπο έχει τοποθετηθεί στο κέντρο της αρχικής σελίδας, και δημιουργεί ένα ελκυστικό θέαμα.
Καζίνο Litecoin Ελλάδα: Η Πραγματική Σκοπιμότητα Πίσω από το Ψεύτικο Λάμδα
Η ομάδα υποστήριξης είναι διαθέσιμη όλο το εικοσιτετράωρο, ώστε να μην χρειάζεται να διστάσετε εάν έχετε επείγον ερώτημα.
Φρουτάκια Μάγεια Τζακποτ: Η Ιδεάτρουση Που Δεν Πέφτει Ποτέ

Αρχική » Η Μάχη του Κιλκίς – Λαχανά

Η Μάχη του Κιλκίς – Λαχανά

0 comment 9 views

Η Μάχη του Κιλκίς – Λαχανά

Γενικά

Το ενιαίο βαλκανικό μέτωπο που δημιούργησαν πριν την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου τα συμβαλλόμενα κράτη, εξασφάλιζε τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση των πληθυσμών τους που βρίσκονταν υπό οθωμανική κατοχή. Αν και υπήρχαν σπέρματα διαφορών μεταξύ των συμμάχων κρατών, ο  Ελληνικός Στρατός συνεχίζοντας τις επιτυχίες του  προηγουμένου έτους την 23η Φεβρουαρίου 1913  απελευθέρωσε τα Ιωάννινα προκαλώντας θύελλα ενθουσιασμού  στο πανελλήνιο.

Μετά την κατάληψη της πόλης, η Στρατιά προώθησε στη Θεσσαλονίκη τις IV και VI Μεραρχίες Πεζικού (ΜΠ)  και με τις εναπομείνασες δυνάμεις των VIII και IX ΜΠ και κατόρθωσε μέχρι την 5η Μαρτίου να καταλάβει τις περιοχές Αργυρόκαστρου, Αγίων Σαράντα, Κλεισούρας , Τεπελενίου και Πρεμετής. Την ίδια μέρα  δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄ και στο θρόνο ανέρχεται ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Την 17η Μαϊου 1913, υπογράφεται στο Λονδίνο η συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των βαλκανικών κρατών, Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου και τερματίζεται με τον τρόπο αυτόν ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Παρ’ όλα αυτά, ανακύπτουν προβλήματα μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας σχετικά με την διανομή των εδαφών που απελευθερώθηκαν. Με βάση την υπογραφείσα συνθήκη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία χάνει όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη που κατείχε πλην της Κωνσταντινούπολης και ενός μικρού τμήματος δυτικά αυτής, παραιτούμενη παράλληλα και κάθε δικαιώματος που είχε στη Κρήτη. Τα νησιά  του Αιγαίου πλην Δωδεκανήσου περιήλθαν στην Ελλάδα. Μετά την συνθήκη αυτή δημιουργήθηκε σε βάρος Ελλάδας, Σερβίας και Μαυροβουνίου η αυτόνομη Αλβανία. Την 2α Ιουλίου η VIII ΜΠ ανεχώρησε για Καβάλα.

Αίτια του πολέμου

Τις παραμονές του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου στις συνομιλίες των ενδιαφερομένων  κρατών για σύναψη συμμαχιών, η Βουλγαρία αισθανόμενη ισχυρή και εποφθαλμιούσα μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και ολόκληρη τη Θράκη δεν εδέχετο συζητήσεις για το εδαφικό. Οραματιζόταν και επεδίωκε την δημιουργία της «Μεγάλης Βουλγαρίας» της συνθήκης  του Αγίου Στεφάνου του 1878 σε βάρος της Ελλάδας, δείχνοντας απροθυμία για το συγκεκριμένο θέμα. Την ίδια τακτική τήρησε και για τη Σερβία στην απαίτηση της να αναθεωρηθεί η συνθήκη του 1912 που ρύθμιζε τα μεταξύ τους εδαφικά ζητήματα.

Έτσι, κατά την διάρκεια του πολέμου άρχισαν οι προστριβές μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας ειδικά δε, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, την απώλεια της οποίας φέροντας βαρέως οι Βούλγαροι προσπάθησαν με διάφορα προσχήματα να διεισδύσουν σε αυτή και επιπλέον να εμφανίσουν τις ελληνικές αρχές ανίκανες να επιβάλουν την τάξη. Πριν την λήξη του Α΄Βαλκανικού Πολέμου, τα σημάδια της επερχόμενης ρήξης μεταξύ των συμμάχων κρατών ήταν εμφανή λόγω της διανομής των απελευθερωμένων εδαφών που κατείχε μέχρι τότε η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Επειδή η Βουλγαρία ήθελε να επεκτείνει όσο γίνεται περισσότερο την εδαφική της κυριαρχία, άρχισε να προωθεί δυνάμεις σε καταληφθέντα εδάφη από τον Ελληνικό Στρατό εδάφη με πρόφαση, την δήθεν βουλγαρική συνείδηση των κατοίκων των περιοχών αυτών. Η συμπεριφορά των Βουλγάρων απέναντι στους κατοίκους δεν ήταν ανάλογη προς στις επαγγελίες τους, περί ελευθερίας των κατατυραννούμενων από τον καταπιεστικό ζυγό των Τούρκων. Παράλληλα, υποδαύλιζε διάφορα επεισόδια που πολλές φορές ήταν και αιματηρά. Ενδεικτικά αναφέρονται ,το επεισόδιο στις 21 Νοεμβρίου 1912 στο 14ο χιλιόμετρο της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης, τα γεγονότα της Αριδαίας, οι συμπλοκές της Νιγρίτας 20 Φεβρουαρίου και Παγγαίου 9-15 Μαίου 1913.

Ο Πρωθυπουργός και Υπουργός Στρατιωτικών της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος, επιθυμώντας να τεθεί ένα τέρμα στις συνεχείς προστριβές μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, συναντήθηκε στα τέλη Ιανουαρίου του 1913 στη Θεσσαλονίκη με τον Βούλγαρο αντιπρόσωπο, στρατηγό Χασαψήεφ (Hesapchiev) και επεδίωξε ένα φιλικό διακανονισμό χωρίς όμως αποτέλεσμα.Ύστερα από νέες διπλωματικές επαφές ορίστηκε μικτή επιτροπή για επίλυση των Ελληνοβουλγαρικών διαφορών.

Η επιτροπή συνεδρίασε για πρώτη φορά στις 30 Μαρτίου του 1913 στη Θεσσαλονίκη και έθεσε τις βάσεις των εργασιών για εκπλήρωση της αποστολής της. Ακολούθησαν άλλες 14 συνεδριάσεις αλλά λόγω ριζικών διαφορών οι συνομιλίες διεκόπησαν στις 26 Απριλίου χωρίς συμφωνία διατηρώντας με τον τρόπο αυτόν το εμπόλεμο κλίμα μεταξύ των δύο πλευρών. Εξ αιτίας των συμπλοκών του Παγγαίου, για την πρόληψη επεισοδίων και την άμβλυνση των προστριβών συμφωνήθηκε μεταξύ Ελληνικού και Βουλγαρικού στρατού η χάραξη διαχωριστικής γραμμής, η οποία επικυρώθηκε με σχετικό πρωτόκολλο που υπογράφτηκε στις 21 Μαϊου 1913.

Η Βουλγαρία διατηρώντας την αδιαλλαξία της για φιλική διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της με Ελλάδα και Σερβία, συνεπικουρούμενη δε από την Αυστροουγγαρία άρχισε να συγκεντρώνει δυνάμεις έναντι Ελλήνων και Σέρβων. Απότοκο γεγονός των παραπάνω και για την αντιμετώπιση της κοινής βουλγαρικής απειλής ήταν, η υπογραφή συνθήκης συμμαχίας ειρήνης, φιλίας και αμοιβαίας προστασίας μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας την 19η Μαϊου 1913 στη Θεσσαλονίκη.

Με τη συνθήκη αυτή δεκαετούς διάρκειας, καθώς και με την συνακόλουθη στρατιωτική σύμβαση, οι δύο χώρες θα αντιμετώπιζαν τις υπερβολικές εδαφικές απαιτήσεις της Βουλγαρίας, μη επιτρέποντας βουλγαρική διείσδυση δυτικά του Αξιού ποταμού. Στη συνθήκη αυτή η Σερβία έθεσε και επιπλέον τον όρο, ότι η συμφωνία θα επεκτείνεται πέραν της Βουλγαρίας και σε τρίτο κράτος που θα ενεργούσε εναντίον τους. Η Ελλάδα ενώ αρχικά είχε αντιρρήσεις τελικά δέχτηκε.

Μετά την υπογραφείσα συμμαχία, Ελλάδα και Σερβία βρισκόταν σε ακήρυχτο πόλεμο με την Βουλγαρία που κατά το διάστημα της συγκέντρωσης των δυνάμεων της απέφευγε κάθε προστριβή με τις δύο χώρες και ακολουθούσε παρελκυστική πολιτική στις συνομιλίες για τη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών. Ο Τσάρος της Ρωσίας Νικόλαος Β΄ απέτυχε να βρει σημεία προσέγγισης μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας, ο δε Πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος αναζητούσε τρόπους για ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος.

Προκειμένου η Ελλάδα να αποτρέψει ένα νέο βαλκανικό πόλεμο, ζήτησε τη βοήθεια της Ρωσίας, η οποία άρχισε να φοβάται ότι μία μεγάλη και ισχυρή Βουλγαρία δεν θα ήταν υπάκουη στα κελεύσματα της, γι’ αυτό αποφάσισε να στηρίξει την Ελληνοσερβική συμμαχία αναλαμβάνοντας ρόλο διαιτητή. Συνοψίζοντας τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι τα κύρια αίτια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου είναι όπως παρακάτω:

    α. Οι εδαφικές διεκδικήσεις  των Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας στο πλαίσιο κατανομής των πρώην Οθωμανικών εδαφών της Βαλκανικής Χερσονήσου.

    β. Η επεκτατική πολιτική της Βουλγαρίας, που απέβλεπε στην ενσωμάτωση ολόκληρης σχεδόν της Μακεδονίας, σε συνδυασμό με την υπερεκτίμηση των δυνάμεων της σε σχέση με τους αντιπάλους της.

    γ.  Οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην κατανομή των κατακτηθέντων εδαφών, ανάλογα με τα απώτερα συμφέροντα τους στο χώρο της Βαλκανικής.

Οι ελληνικές αρχές παρακολουθούσαν στενά τη συγκέντρωση των βουλγαρικών δυνάμεων εκτιμώντας ότι αυτή θα ολοκληρωνόταν την 10η  Ιουνίου και φυσιολογικά τις επόμενες ημέρες θα εκδηλωνόταν η εναντίον τους επίθεση. Οι στρατιωτικές συγκεντρώσεις, παράλληλα με τις βουλγαρικές βιαιότητες εναντίον του ελληνικού πληθυσμού, προκάλεσαν την άμεση αντίδραση της κυβέρνησης, η οποία δια του πρεσβευτή της στη Σόφια, επέδωσε την 12η Ιουνίου διακοίνωση προς την βουλγαρική κυβέρνηση, η οποία, όχι μόνο την απέρριψε αλλά το απόγευμα της 16ης Ιουνίου 1913 διέταξε επίθεση κατά των ελληνικών αποσπασμάτων σε Παγγαίο και Νιγρίτα και των σερβικών στο Ιστίπ.

Την 15η Ιουνίου 1913, και πριν την διαταγή της επίθεσης οι βουλγαρικές δυνάμεις είχαν την παρακάτω διάταξη: Δύο Στρατιές παρά τα παλιά Σερβοβουλγαρικά σύνορα, μία παρά το Κιουστεντήλ. Η IV στρατιά εναντίον των Σέρβων στη περιοχή Κότσαν – Ιστίπ. Η δε II στρατιά υπό τον στρατηγό Ιβανώφ με το στρατηγείο στις Σέρρες με τις III , XI και XIII Μεραρχίες να είναι ανεπτυγμένες στη γραμμή από Δοϊράνη -Κιλκίς- Λαχανά βόρεια πλευρά Παγγαίου μέχρι Καβάλα και με αποστολή να κινηθούν επιθετικά εναντίον του Ελληνικού Στρατού. Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι, η κατανομή των βουλγαρικών δυνάμεων και η μεγάλη διασπορά αυτών αποσκοπούσε στην έστω και προσωρινή εξασφάλιση των κατεχομένων από αυτήν εδαφών, αλλά συγχρόνως και στην εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την κατάληψη όλων των κατεχομένων από Σέρβους και Έλληνες εδαφών.

Κατόπιν διαταγής της βουλγαρικής στρατιωτικής διοίκησης από την 1850 ώρα της 16ης Ιουνίου 1913, το βουλγαρικό πυροβολικό άρχισε να βάλει κατά των ελληνικών θέσεων, το δε πεζικό προχωρούσε παραβιάζοντας σε πολλά σημεία τη διαχωριστική γραμμή του μετώπου από Πολύκαστρο μέχρι το Παγγαίο.  Το Γενικό Στρατηγείο αφού διαπίστωσε ότι, οι παραπάνω ενέργειες δεν ήταν συνηθισμένα μεθοριακά επεισόδια αλλά εκδήλωση γενικής επίθεσης, ενημέρωσε την 0900 ώρα της 17ης Ιουνίου 1913 κυβέρνηση και αρχιστράτηγο, ζητώντας διαταγές αν θα ανελάμβανε γενική επίθεση κατά των Βουλγάρων προς Κιλκίς ή την ανακατάληψη του Παγγαίου όρους.

Εκκαθάριση Θεσσαλονίκης από τα Βουλγαρικά Στρατεύματα.

Η Βουλγαρία δεν αποδεχόταν την ελληνική κατοχή της Θεσσαλονίκης την οποία  αμφισβητούσε ανοικτά καθώς και την περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας. Η ελληνική κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, αντέδρασαν άμεσα και αποφασιστικά και η αντίδραση τους φαίνεται στο παρακάτω τηλεγράφημα προς τον ρώσο πρέσβη. «Η ελληνική κυβέρνησις επληροφορήθη εκ θετικής πηγής ότι, υπό την πρωτοβουλίαν της Αυστρίας, αι δυνάμεις της τριπλής συμμαχίας- Γερμανία , Αυστρία, Ιταλία – υποσχέθησαν εις την Βουλγαρίαν την κατοχήν της Θεσσαλονίκης. Σας δηλώ ότι μόνον δια της βίας των όπλων θα αποσπαθή η Θεσσαλονίκη εκ της Ελλάδος».

Επίσης το Γενικό Στρατηγείο πρότεινε ότι, πριν από κάθε άλλη ενέργεια προέχει η εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τα βουλγαρικά στρατεύματα που στάθμευαν στην πόλη. Την 1130 το Γενικό Στρατηγείο έδωσε στον Πρωθυπουργό και Υπουργό Στρατιωτικών Ελευθέριο Βενιζέλο συμπληρωματικές πληροφορίες για την υφισταμένη κατάσταση στο ελληνικό μέτωπο. Για δε το σερβικό του παρέσχε τις πληροφορίες που είχε από τον αποσπασμένο σε αυτό Σέρβο συνταγματάρχη Βάσιτς. Επίσης τον ενημέρωσε για την πρόθεση του αντιπροσώπου του βουλγαρικού Γενικού Επιτελείου  Βούλγαρου στρατηγού Χεσαψήεφ να αναχωρήσει αυθημερόν με άδεια για την Σόφια.

Στο μεταξύ, σε έκτακτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου αποφασίστηκε ομόφωνα η ανάληψη επιθετικής δράσεως κατά των Βουλγάρων. Στις 1200 της ίδιας ημέρας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανακοίνωσε στο Γενικό Στρατηγείο την παραπάνω απόφαση, καθώς και την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης να επιτρέψει την αναχώρηση του στρατηγού Χεσαψήεφ. Μετά από αλλεπάλληλες συνεννοήσεις μεταξύ Βασιλέως, Κυβέρνησης και Γενικού Στρατηγείου, τις πρώτες απογευματινές ώρες διατάχτηκε ο αποκλεισμός των βουλγαρικών τμημάτων που στάθμευαν στη Θεσσαλονίκη μέσα στα καταλύματα τους και η αναχώρηση του Βούλγαρου στρατηγού.

Στις 1630, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε νέα προειδοποιητική διαταγή προς τους σχηματισμούς για την ανάληψη επιθετικής δράσεως θέτοντας τους σε ετοιμότητα για εκκίνηση με νεότερη διαταγή, επειδή έκρινε ότι, ήταν αδύνατη η έναρξη της προέλασης χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τα βουλγαρικά στρατεύματα.

Ο στρατηγός Χεσαψήεφ αναχώρησε σιδηροδρομικώς για Κιλκίς, ο δε διοικητής της II ΜΠ  υποστράτηγος Καλάρης Κωνσταντίνος, την 1500 της 17ης Ιουνίου, με έγγραφο του προς τα βουλγαρικά στρατεύματα, τα διέτασσε όπως, εντός μίας ώρας από την λήψη του εγγράφου, να παραδώσουν τον οπλισμό τους και να αναχωρήσουν από την πόλη με έκτακτη αμαξοστοιχία, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα θεωρούνται εχθρικά.

Οι Βούλγαροι όχι μόνο δεν συνεμορφώθησαν με την διαταγή της Μεραρχίας αλλά απεναντίας άρχισαν να οργανώνονται αμυντικά. Ύστερα από την εξέλιξη αυτή, οι δυνάμεις του στρατού και της κρητικής χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη απέκλεισαν τις βουλγαρικές δυνάμεις στους καταυλισμούς όπου στρατωνίζονταν. Η δοθείσα προθεσμία παρήλθε και έτσι στις 1900 άρχισαν πυρ κατά των Βουλγάρων, οι οποίοι απάντησαν με μεγάλη σφοδρότητα. Την 0100 ώρα της 18ης Ιουνίου διετάχθησαν οι Μεραρχίες να παραμείνουν στις θέσεις τους με ετοιμότητα προελάσεως, η οποία θα ξεκινούσε μόλις η II ΜΠ ολοκλήρωνε την αποστολή της εκκαθαρίζοντας την Θεσσαλονίκη από τα εχθρικά στρατεύματα.

Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν ευνοϊκό για τους Έλληνες. Την 8η ώρα τις 18ης Ιουνίου κατελήφθη και το τελευταίο κτήριο, οι Βούλγαροι  παραδόθηκαν και η Θεσσαλονίκη απαλλάχτηκε από τη παρουσία τους. Συνολικά αιχμαλωτίστηκαν, 19 Βούλγαροι αξιωματικοί, 1.160 οπλίτες και 80 κομιτατζήδες. Επίσης 54 οπλίτες Βούλγαροι και 6 κομιτατζήδες ήταν νεκροί και 17 τραυματίες. Οι ελληνικές απώλειες ήταν, 4 αξιωματικοί και 18 οπλίτες νεκροί και 42 οπλίτες τραυματίες.

Μάχη Κιλκίς- Λαχανά

Τη τελευταία στιγμή, η Ρωσία προσπάθησε να αποσοβήσει τον πόλεμο αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Παράλληλα ο Σέρβος πρεσβευτής στην Αθήνα ενημέρωσε τον Έλληνα Πρωθυπουργό ότι η κυβέρνηση του εξέδωσε διαταγή για την έναρξη του πολέμου. Μετά από αυτό στις 1940 ώρα της 18ης Ιουνίου , η ελληνική κυβέρνηση ενημέρωσε τον βασιλιά επισημαίνοντας ότι ο πόλεμος έχει αρχίσει με υπαιτιότητα των Βουλγάρων και ότι ο στρατός έπρεπε να αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον τους στη Μακεδονία.

Η έναρξη του πολέμου ανακοινώθηκε επίσημα στον ελληνικό λαό με διάγγελμα του βασιλιά που διαβάστηκε στη Βουλή από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο στις 21 Ιουνίου και δημοσιεύτηκε την ίδια μέρα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Το διάγγελμα συνόψιζε την κυβερνητική πολιτική και εξέφραζε την πίστη προς τον ένδοξο Ελληνικό Στρατό, καθώς και την προσήλωση του Έθνους στις παραδόσεις της φυλής γενόμενο δεκτό από τους βουλευτές και το ακροατήριο με ζητωκραυγές και παρατεταμένα χειροκροτήματα.

      α. Περιγραφή του Πεδίου Μάχης Κιλκίς- Λαχανά

      Οι Βούλγαροι επέλεξαν ως αμυντική τοποθεσία για πολεμικές επιχειρήσεις έναντι των Ελλήνων την περιοχή Κιλκίς -Λαχανά την οποίαν είχαν καταλάβει από την 26η Οκτωβρίου 1912. Η περιοχή ορίζεται, Βόρεια από τη λίμνη Δοϊράνη και το όρος Δύσωρο ή Κρούσια, Δυτικά από τον Αξιό ποταμό, Ανατολικά από το όρος Βερτίσκος και Νότια από την περιοχή της Θεσσαλονίκης και τις λίμνες Λαγκαδά και Βόλβης. Το εδαφικό αυτό διαμέρισμα αν και δύναται να χαρακτηρισθεί ως ενιαίος χώρος, λόγω της αποκλίσεως των κατευθύνσεων ενεργείας προς τα βόρεια και ανατολικά για δυνάμεις που ενεργούν από την περιοχή της Θεσσαλονίκης διαχωρίζεται σε δύο χωριστά πεδία μάχης αυτό του Κιλκίς και το αντίστοιχο του Λαχανά.

        (1) Πεδίο μάχης Κιλκίς

Λόγω της μορφολογίας του εδάφους και σε συνδυασμό με τους υπάρχοντες πολλούς κατοικημένους τόπους στην περιοχή, δύναται να χρησιμοποιηθεί ως τοποθεσία αμύνης. Οι Βούλγαροι μόλις κατέλαβαν το Κιλκίς και μεπροοπτική πολέμου εναντίον των Ελλήνων, άρχισαν αμέσως να οργανώνουν το έδαφος και να οχυρώνουν την τοποθεσία νότια και εκατέρωθεν της πόλης. Η οχύρωση περιελάμβανε χαρακώματα, πολυβολεία, πυροβολεία και λοιπά αμυντικά έργα καλύπτοντας πλήρως την πόλη του Κιλκίς από οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια από νότια.

       (2) Πεδίο μάχης  Λαχανά

Τα υψώματα Λαχανά δεσπόζουν της περιοχής και δύναται να χρησιμοποιηθούν ως αμυντική τοποθεσία. Η γραμμή εξάλλου των έμπροσθεν αυτής ευρισκομένων μικρότερων υψωμάτων είναι ακάλυπτη και κατερχόμενη προς τα δυτικά δύναται να χρησιμοποιηθεί  ως γραμμή προφυλακών μάχης προσδίδοντας ταυτόχρονα και το ανάλογο βάθος στη τοποθεσία. Οι Βούλγαροι καταλαμβάνοντας τον Λαχανά και με το ίδιο το σκεπτικό του Κιλκίς άρχισαν άμεσα την οργάνωση του εδάφους και οχύρωση της τοποθεσίας δίνοντας βάρος στο μέτωπο προς τα δυτικά και νότια.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα δύο πεδία μάχης Κιλκίς – Λαχανά λόγω της μορφολογίας και της αμυντικής οργάνωσης, παρουσιάζουν μεγάλες δυσκολίες για  κινήσεις πεζικού προς βορρά και ανατολάς. Αντίθετα, προσφέρονται για αποτελεσματικό αμυντικό αγώνα, γιατί εκτός των άλλων, παρέχουν στον αμυνόμενο άριστη παρατήρηση και εκτεταμένα πεδία βολής.

β. Δυνάμεις Αντιπάλων

            (1) Ελληνικές Δυνάμεις

Ο Ελληνικός Στρατός πριν την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων ήταν συγκεντρωμένος στη περιοχή  μεταξύ του κόλπου του Ορφανού και του Αξιού ποταμού με τις μεραρχίες συμπαραταγμένες όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα.

             (2) Βουλγαρικές Δυνάμεις

Η Ανωτάτη βουλγαρική στρατιωτική διοίκηση είχε την πεποίθηση, αν όχι την πίστη ότι, οι Μεγάλες Δυνάμεις θα επέμβουν για τον σύντομο τερματισμό των επιχειρήσεων. Εξ αιτίας αυτού, οι Βούλγαροι από τις διατιθέμενες πέντε στρατιές, ανέθεσαν αποστολή ενεργείας μόνο σε δύο. Η IV έλαβε διαταγή να ενεργήσει εναντίον των Σέρβων και η II εναντίον των Ελλήνων, παράλληλα δε άγνωστο γιατί έκαναν μεγάλη διασπορά των δυνάμεων τους, γι’ αυτό και από την αρχή βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση. Το λάθος της διασποράς θα επηρεάσει στη πορεία αρνητικά την εξέλιξη των βουλγαρικών επιχειρήσεων  διότι ,λόγω του ορεινού του εδάφους και της έλλειψης επαρκών συγκοινωνιών, δεν θα κατορθώσουν κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων να πετύχουν την απαιτούμενη σε τόπο και χρόνο στρατηγική συγκέντρωση.

Η  προοριζόμενη να ενεργήσει κατά του Ελληνικού Στρατού II βουλγαρική στρατιά με τις III και XI μεραρχίες είχε την παρακάτω διάταξη:

Η  III Μεραρχία στην περιοχή Κιλκίς -Δοϊράνης με πέντε ταξιαρχίες. Μία ταξιαρχία εγγύς του Πολύκαστρου, μία πέριξ του Κιλκίς, και μία στα υψώματα Κλέπε – Λαχανά. Η ταξιαρχία Δράμας εγκατεστημένη στη περιοχή Σοχού – Νιγρίτας, και η ταξιαρχία Σερρών βορείως του Παγγαίου.

Η XI Μεραρχία στην Ελευθερούπολη, με το Σύνταγμα Ιππικού να είναι στη περιοχή μεταξύ Κλέπε-Κιλκίς και τις άλλες μονάδες της μεραρχίας να έχουν διαταχθεί κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου.

γ. Σχέδιο ενεργείας του εχθρού

Την 17η Ιουνίου 1913, το βουλγαρικό στρατηγείο εκδίδει προειδοποιητική διαταγή προς την II στρατιά για ετοιμότητα ανάληψης επιθετικής ενέργειας εναντίον της Θεσσαλονίκης. Η δυσμενής όμως εξέλιξη των επιχειρήσεων για την IV στρατιά στο σερβικό μέτωπο τροποποιεί την αποστολή της, και τη διατάσσει, εγκαθιστάμενη αμυντικά στη περιοχή, να καλύψει από το πρωί της 18ης  Ιουνίου τις κατευθύνσεις που οδηγούν προς Σιδηρόκαστρο. Ύστερα από αυτά, ο διοικητής της αποφασίζει, η II στρατιά να εγκατασταθεί αμυντικά επί της γενικής γραμμής Κιλκίς -Λαχανά. Διατάσσει παράλληλα, τη μεταφορά της ταξιαρχίας Σερρών από την περιοχή του Παγγαίου στο Κιλκίς η οποία λόγω έλλειψης τροχαίου υλικού θα φθάσει με μεγάλη καθυστέρηση, ως και την ανατίναξη της γέφυρας του Αξιού παρά τη Γευγελή.

      δ. Σχέδιο ενεργείας Ελληνικού Στρατού

Λόγω της αμυντικής συμφωνίας μετά των Σέρβων, ο Ελληνικός Στρατός θα παρέμενε σε κατάσταση αναμονής έτοιμος να εκτελέσει αντεπίθεση εναντίον των Βουλγάρων, μετά από δική τους επιθετική ενέργεια. Το υιοθετηθέν αρχικό γενικό πολεμικό σχέδιο επιχειρήσεων προέβλεπε, άμυνα κατά μέτωπον και αντεπίθεση κατά του δεξιού ή αριστερού πλευρού του εχθρού ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης.

Το Γενικό Στρατηγείο όμως λόγω των προηγηθεισών αρπακτικών επιδιώξεων των Βουλγάρων σε διάφορα σημεία του μετώπου, εκδίδει την 2000 ώρα της 18ης Ιουνίου διαταγή επιχειρήσεων που καθόριζε την έναρξη της προς βορρά προέλασης  του Ελληνικού Στρατού από το πρωί της επομένης 19ης Ιουνίου 1913 και της οποίας τα βασικά σημεία είναι τα παρακάτω:

      (1) Προέλαση και στη συνέχεια επίθεση από τις 0500 της 19ης Ιουνίου εναντίον της αμυντικής τοποθεσίας Κιλκίς -Λαχανά.

       (2) Εκτέλεση της επιθετικής ενέργειας εναντίον της τοποθεσίας του Κιλκίς και δυτικότερα με πέντε Μεραρχίες Πεζικού (X, XII, V, IV, II) και μιας Ταξιαρχίας Ιππικού.

       (3) Εκτέλεση της επιθετικής ενέργειας εναντίον της τοποθεσίας του Λαχανά και ανατολικότερα προς Σκεπαστό-Ηρακλείτσα με τρεις μεραρχίες (VI, I,VII).

Στη συνέχεια, το Γενικό Στρατηγείο προωθήθηκε βορειότερα και μέχρι την 0900 της ίδιας μέρας είχε ολοκληρώσει την εγκατάσταση του στο Μελισσοχώρι από όπου και εξέδωσε τις απαραίτητες διαταγές για ανεφοδιασμό των μονάδων κυρίως σε πυρομαχικά.

      ε. Διεξαγωγή της μάχης

Η επίθεση του Ελληνικού Στρατού άρχισε το πρωί της 19ης Ιουνίου. Το αποτέλεσμα των σκληρών και αιματηρών αγώνων ήταν η κατάληψη μέχρι το βράδυ ολόκληρης της τοποθεσίας των βουλγαρικών προφυλακών 3-6 χιλιόμετρα προς Κιλκίς – Λαχανά. Το Γενικό Στρατηγείο αφού συγκέντρωσε μέχρι τα μεσάνυκτα όλες τις αναφορές των Μεραρχιών για τον αγώνα που διεξήχθη καθ΄ όλη την διάρκεια της ημέρας, την επικρατούσα μέχρι τότε τακτική κατάσταση και συνεκτιμώντας όλες τις περί εχθρού, καιρού και εδάφους πληροφορίες, εξέδωσε στις 0200 της 20ης Ιουνίου διαταγή επιχειρήσεων προς τους σχηματισμούς.

 Η διαταγή καθόριζε αφενός την συνέχιση της επίθεσης, την απώθηση του εχθρού και την κατάληψη της τοποθεσίας Κιλκίς -Λαχανά, αφετέρου έδινε διευκρινιστικές οδηγίες και τροποποιούσε την αποστολή ορισμένων σχηματισμών, ενισχύοντας τους  παράλληλα ανάλογα με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Από το πρωί της 20ης Ιουνίου οι Μεραρχίες συνεχίζουν την επίθεση κατορθώνοντας να λάβουν επαφή με την κύρια γραμμή αντιστάσεως του εχθρού επί της γραμμής Κιλκίς – Λαχανά, έχοντας όμως υποστεί βαρύτατες απώλειες λόγω του αναπεπταμένου του εδάφους και των βαλλόμενων βουλγαρικών δραστικών πυρών πολυβόλων και πυροβολικού.

Η ενεργούσα στο δεξιό της διάταξης VII ΜΠ καταλαμβάνει τη Νιγρίτα. Το Γενικό Στρατηγείο επιδιώκοντας την ταχύτερη κατάληψη του Κιλκίς, διατάσσει τις ενεργούσας κατ΄ αυτού τέσσερεις Μεραρχίες να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε αυτό να καταληφθεί εντός της 20ης Ιουνίου. Η διαταγή ελήφθη υπό των Μεραρχιών με καθυστέρηση, ήτοι την 1900 ώρα με αποτέλεσμα, μόνο η II Μεραρχία να εκτελέσει νυκτερινή επίθεση κατά την 20/21 Ιουνίου επειδή δεν υπήρξε συντονισμός των προσπαθειών των Μεραρχιών.

Επίσης το Γενικό Στρατηγείο για να ενισχύσει τον αγώνα κατά του Κιλκίς συγκροτεί απόσπασμα δυνάμεως δύο Συνταγμάτων Πεζικού από τις ενεργούσας κατά του Λαχανά δυνάμεις με αποστολή να επιτεθεί κατά της τοποθεσίας του Κιλκίς από αριστερά δηλαδή ανατολικά. Λόγω μη ύπαρξης εφεδρειών οι δυνάμεις του αποσπάσματος  αποσύρθηκαν από την πρώτη γραμμή του μετώπου της γραμμής Λαχανά. Οι Βούλγαροι εξέλαβαν την κίνηση αυτή ως υποχώρηση και εκτοξεύουν αντεπίθεση η οποία ευτυχώς αποκρούστηκε, αλλά προς στιγμή έθεσε σε κίνδυνο τις Μεραρχίες.

Εν τω μεταξύ, η  II Μεραρχία με την εκτοξευθείσα νυκτερινή επίθεση κατόρθωσε να καταλάβει ζωτικό έδαφος της βουλγαρικής τοποθεσίας αναγκάζοντας τον εχθρό να συμπτυχθεί από την τοποθεσία του Κιλκίς και να καταληφθεί η πόλη από τον Ελληνικό Στρατό. Λόγω της ευνοϊκής αυτής εξέλιξης του αγώνα ανεστάλη η συγκρότηση του αποσπάσματος και τα αποσυρθέντα τμήματα επέστρεψαν στις θέσεις τους. Εκτοξεύεται τότε νέα συντονισμένη επίθεση κατά του Λαχανά με αποτέλεσμα και  κατόπιν σκληρού αγώνα να καταληφθεί η εχθρική τοποθεσία τις απογευματινές ώρες της 21ης Ιουνίου 1913.

Καταδίωξη των Βουλγάρων έγινε σε μικρό βάθος λόγω μη ύπαρξης εφεδρειών και κόπωσης των Μεραρχιών. Η VII ΜΠ μετά την κατάληψη της Νιγρίτας είχε τη δυνατότητα προελαύνουσα προς τη γέφυρα του Όρλιακα να αποκόψει τις υποχωρούσες από τον Λαχανά βουλγαρικές δυνάμεις. Αυτό όμως δεν συνέβη και η μεραρχία  παρέμεινε στις θέσεις της αδρανούσα.

  στ. Άλλες ενέργειες

Το Γενικό Στρατηγείο από το Μελισσοχώρι όπου παρέμεινε και την 21η Ιουνίου διεύθυνε των αγώνα των μονάδων. Το μεσημέρι διέταξε τον διοικητή του φρουρίου Θεσσαλονίκης να αποστείλει αμέσως σιδηροδρομικώς ένα τάγμα στο Κιλκίς για την ασφάλεια της πόλης, το οποίο έφθασε αυθημερόν και ανέλαβε την φρούρησή του. Ο Στόλος απέκλεισε την ημέρα αυτή την παραλία από τον Αίνο μέχρι τις εκβολές του Στρυμώνα και έλαβε εντολή να εκτελέσει εικονική αποβατική ενέργεια από την Θάσο στις απέναντι ακτές. Η υπηρεσία μετόπισθεν έλαβε διαταγή να οργανώσει υπηρεσία περισυλλογής και να περισυλλέξει τα λάφυρα γύρω από το Κιλκίς. Τα λάφυρα πέραν των 5.330 Βουλγάρων αιχμαλώτων ήσαν 84 πυροβόλα, 9 πολυβόλα, 17.900 τυφέκια και άφθονο πολεμικό υλικό.

Επίσης την 2100 το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε διαταγή επιχειρήσεων για την επομένη σύμφωνα με την οποίαν αυτό θα εγκαθίστατο από τις 0900 στο Κιλκίς, οι δε μεραρχίες να είναι έτοιμες από το μεσημέρι της 22ης Ιουνίου για κίνηση πλην αυτών που καταδίωκαν τον εχθρό. Ταυτόχρονα, λόγω των μεγάλων απωλειών σε αξιωματικούς κατά την διάρκεια της μάχης Κιλκίς – Λαχανά, διέταξε να αφαιρεθούν από τα πηλίκια των αξιωματικών τα διακριτικά του βαθμού τους, για να μην παρέχουν καταφανή στόχο στον εχθρό.

Ο Ελληνικός Στρατός μετά από τον τριήμερο αγώνα κατόρθωσε να επικρατήσει των Βουλγάρων νικώντας τους κατά κράτος και να πετύχει περιφανή νίκη στην περιοχή Κιλκίς – Λαχανά. Η μάχη αυτή είναι μία από τις φονικότερες μάχες και μία από τις πιο ένδοξες σελίδες της ελληνικής πολεμικής ιστορίας. Η νίκη αυτή ήταν αποτέλεσμα κυρίως του υψηλού ηθικού του στρατού μας και του Έθνους γενικότερα που είχε καλλιεργηθεί από πριν και κορυφώθηκε με τους νικηφόρους πολέμους εναντίον των Οθωμανών στη Μακεδονία και την Ήπειρο. Οι θυσίες ήταν μεγάλες και οι απώλειες  σε έμψυχο υλικό βαρύτατες. Οι απώλειες ανήλθαν στους 8.828 νεκρούς και τραυματίες αξιωματικούς και οπλίτες. Το εθνικό κέρδος όμως υπήρξε τεράστιο γιατί καταστράφηκαν επίλεκτες βουλγαρικές δυνάμεις και δημιουργήθηκαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση των εθνικών στόχων την περίοδο εκείνη.

Διαπιστώσεις – Στρατιωτικά Συμπεράσματα από τη Μάχη Κιλκίς – Λαχανά.

    α. Δόγμα- Ιδέα Ελιγμού- Εκτέλεση Σχεδίου

Τα μέλη της Γαλλικής εκπαιδευτικής αποστολής από την πρώτη ημέρα της αφίξεως τους στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1911 άρχισαν να διδάσκουν στον Ελληνικό Στρατό το επιθετικό πνεύμα. Τότε το  γαλλικό στρατιωτικό δόγμα ήταν ότι «Μόνο η επίθεση δίνει τη νίκη», το οποίο και εφαρμόστηκε στους Βαλκανικούς Πολέμους σχεδόν κατά γράμμα. Σύμφωνα με τους γαλλικούς κανονισμούς, η επιτυχία της νίκης απαιτούσε πάση θυσία τη διάσπαση εχθρικής διάταξης μάχης, η οποία προϋπέθετε την εκτέλεση επιθέσεων από μεγάλο βάθος με τίμημα αιματηρές θυσίες. Κάθε άλλη αντίληψη υποστήριζαν ότι πρέπει να απορριφθεί ως αντίθετη προς τη φύση του πολέμου. Παρόλα αυτά οι Γάλλοι εγκατέλειψαν το δόγμα αυτό στις πρώτες μάχες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Επιπλέον, ο Γαλλικός Κανονισμός του Πεζικού ανέφερε ότι η εφαρμογή του «πύρ και κίνηση», είναι η θεμελιακή και βασική σκέψη που πρέπει να εμπνέει τους ηγήτορες όλων των κλιμακίων. Πρέπει να εφαρμόζεται με κάθε θυσία και παρά τη θέληση του εχθρού και παρ’ όλες τις δυσκολίες, μέχρι την απόλυτη θυσία. Κάθε άλλη ιδέα, η οποία προκαλεί δυσκολίες στο σκοπό, όπως αναζήτηση θέσεων βολής ή η σύλληψη ευφυών ελιγμών πρέπει να αποφεύγεται, προκειμένου να μη μειωθεί η ισχύς της ενέργειας και επομένως να προκαλέσει τη διακύβευση της επιτυχίας.

Η εκτέλεση της ιδέας ενεργείας προκάλεσε μεγάλη κριτική, η σπουδαιότερη των οποίων ήταν σε μια διάλεξη που δόθηκε το 1914 στη Σχολή Πολέμου των Παρισίων όπου αναλύθηκε το σχέδιο της μάχης Κιλκίς – Λαχανά. Συγκεκριμένα θέματα που αναφέρθηκαν ήταν: α. Η παράταξη των Ελληνικών Μεραρχιών σε ένα μέτωπο, β. η έλλειψη εφεδρείας για να παρέμβει ο αρχιστράτηγος στη μάχη, γ. η πυκνότητα της παράταξης που προκάλεσε την αύξηση των απωλειών, δ. η αδυναμία συγκρότησης εφεδρικής δύναμης και η έλλειψη συντονισμού των ενεργειών. Με άλλες λέξεις, δεν υπήρχε καμία ιδέα ελιγμού, εφόσον δεν υπήρχε εφεδρεία.

Από την παράταξη των Ελληνικών δυνάμεων διαφαίνεται ότι έξι μεραρχίες κατευθύνονται μετωπικά προς Κιλκίς – Λαχανά και άλλες δύο (VII και Χ Μεραρχίες) προς τα πλευρά. Ο μετωπικός ελιγμός σε συνδυασμό με τη μεγάλη πυκνότητα θα προκαλούσε πολλές απώλειες στο προσωπικό και επιπλέον δεν θα επέτρεπε το σχηματισμό εφεδρείας. Με αυτή την ιδέα ενεργείας το παραμικρό ρήγμα στην ελληνική παράταξη θα επέτρεπε στις Βουλγαρικές δυνάμεις να κατευθυνθούν ελεύθερα προς τη Θεσσαλονίκη, αφού δεν υπήρχε καμία στρατιωτική δύναμη να τους σταματήσει.

Ο στρατηγός Μαζαράκης αναφέρει: «Είναι περίεργο εν τούτοις ότι θεωρητικώς, το τότε Γενικόν Στρατηγείον ήτο ποτισμένον με την ιδέαν της εκ των προτέρων δι’ ευρείας αναπτύξεως και προελάσεως των δυνάμεων επί μεγάλου μετώπου επιζητήσεως της κυκλώσεως, ιδέαν αντίθετον της κατά μέτωπον κυρίας προσπαθείας. Εν τη πράξει όμως δέν εξησφάλισε την κυκλωτικήν ενέργειαν και επέτρεψεν  ούτως εις τόν Βουλγαρικόν Στρατόν νά διαφύγει  την κύκλωσιν να υποχωρήση  και να  ανασυνταχθή».

Η δύναμη της μιας Μεραρχίας (Χ Μεραρχίας των οκτώ ταγμάτων πεζικού) που διατέθηκε στο αριστερό πλευρό (περιοχή Καλινόβου) ήταν ανεπαρκής, ώστε να υπερκεράσει τις ισάριθμες εχθρικές δυνάμεις (στον τομέα Καλινόβου αμυνόταν μια βουλγαρική Ταξιαρχία των οκτώ ταγμάτων πεζικού). Δεν είχε την απαιτούμενη ισχύ, ώστε να εκτελέσει την υπερκέραση και να αποκόψει τις συγκοινωνίες του εχθρού.

Όσον αφορά το έτερο άκρο (άκρο δεξιό – VII Μεραρχία) φαίνεται ότι δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα το Γενικό Στρατηγείο. Αυτό συνάγεται από τα ακόλουθα: Η αποστολή που ανατέθηκε στη Μεραρχία ήταν περιορισμένη, η διαταγή επιχειρήσεων της 20ης Ιουνίου δεν συμπεριλάμβανε την VII Μεραρχία (ακόμη και όταν με αναφορά της περί της τακτικής κατάστασης πάλι το Γενικό Στρατηγείο δεν προσανατολίζει τη διοίκηση της μεραρχίας), δεν διατάσσεται, μετά την πτώση του Λαχανά, να κινηθεί δραστήρια προς τη γέφυρα Όρλιακο (Στρυμόνας). Δυστυχώς ακόμη και η διοίκηση της Μεραρχίας δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, ώστε να αναπτύξει πρωτοβουλία και να αποκόψει την υποχώρηση των βουλγαρικών δυνάμεων.

Το πυροβολικό αδυνατούσε να παράσχει πυρά υποστήριξης, λόγω του αναπεπταμένου εδάφους. Η αδυναμία αυτή περιγράφεται σε απομνημονεύματα στα οποία καταδεικνύεται πόσο βασανιστικά επιδρούσε το έδαφος στις κινήσεις των πυροβόλων. Το πυροβολικό, αν δρούσε στη μάχη όπως αναμενόταν, τότε θα εκτελούσε βολές αντιπυροβολικού και είτε θα κατέστρεφε τα βουλγαρικά πυροβόλα, είτε θα αποτελούσε στόχο των πυρών του εχθρού, γεγονός που θα ανακούφιζε το πεζικό. Η αδυναμία παροχής πυρών υποστήριξης προς το μαχόμενο πεζικό αποτέλεσε ένα παράγοντα για τις μεγάλες απώλειες.

Διοίκηση και έλεγχος

Κάθε μεραρχία ενεργούσε ανεξάρτητα από τις άλλες υπαγόμενη απ’ ευθείας στο Γενικό Στρατηγείο, το οποίο είχε την έδρα του αρκετά μακριά από το πεδίο της μάχης και σε πολλές περιπτώσεις εξέδιδε ανεφάρμοστες διαταγές. Την περίοδο αυτή, δεν υπήρχε το κλιμάκιο του Σώματος Στρατού. Με δεδομένο τις ελλιπείς επικοινωνίες και συγκοινωνίες, το Γενικό Στρατηγείο δεν μπορούσε να είναι ενήμερο της τακτικής κατάστασης, με συνέπεια η διεύθυνση του αγώνα να είναι από δυσχερής έως ακατόρθωτη.

Η έλλειψη συνδέσμου μεταξύ του Γενικού Στρατηγείου και των μαχόμενων μεραρχιών ήταν ένα άλλο μεγάλο σφάλμα. Η ύπαρξη τους (σύνδεσμοι ήταν οι επιτελείς του Γενικού Στρατηγείου) θα μπορούσε να συμβάλει, ώστε να μεταφέρουν  την  πραγματική εικόνα της μάχης, ο αρχιστράτηγος να αντιληφθεί ακριβώς την τακτική κατάσταση και να επέλθει συντονισμός της δράσης των μονάδων. Το Γενικό Στρατηγείο λάμβανε γνώση της διαμορφούμενης κατάστασης τις εσπερινές ώρες, όταν οι μεραρχίες υπέβαλαν τις ανάλογες αναφορές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι επεμβάσεις της ανώτατης διοίκησης να πραγματοποιούνται κάθε βράδυ με την έκδοση διαταγών. Όπως φαίνεται το Γενικό Στρατηγείο δεν μπορούσε να παρέμβει στη μάχη με ευχέρεια κυρίως γιατί δεν διέθετε εφεδρείες και πυρά. Η προσπάθεια παρέμβασής του με την απόσυρση δυνάμεων από τον τομέα Λαχανά προς όφελος του τομέα Κιλκίς προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση που λίγο έλειψε την ανατροπή των μαχόμενων δυνάμεων.

Στη μάχη των Ιωαννίνων αλλά και αργότερα στις υπόλοιπες μάχες του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, οργανώθηκαν ενδιάμεσα κλιμάκια. Το ίδιο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και στη παρούσα περίπτωση. Για παράδειγμα η ύπαρξη μιας διοίκησης που θα συμπεριλάμβανε τις μεραρχίες του τομέα Λαχανά και την VII Μεραρχία θα μπορούσε να έχει θεαματικά αποτελέσματα κυρίως στη φάση της καταδίωξης. Η αδυναμία συντονισμού φάνηκε και εντός των τομέων. Για παράδειγμα, οι προ του Κιλκίς μεραρχίες δεν κατόρθωσαν να συντονισθούν και να εκτελέσουν νυκτερινή επίθεση, ώστε να καταληφθεί ο αντικειμενικός σκοπός τους. Μόνο η ΙΙ Μεραρχία πραγματοποίησε με επιτυχία τη νυκτερινή επίθεση, η οποία προκάλεσε και την ανατροπή των βουλγαρικών δυνάμεων και την κατάληψη του Κιλκίς.

Απώλειες

Οι τεράστιες απώλειες των ελληνικών δυνάμεων οφείλονται κυρίως σε πέντε σημαντικούς παράγοντες. Ο πρώτος αφορά την επιλογή της ιδέας του ελιγμού για μετωπική επίθεση, η οποία πάντα προκαλεί και τις περισσότερες απώλειες στον επιτιθέμενο. Ο δεύτερος παράγοντας ήταν η αδυναμία έγκαιρης παροχής πυρών υποστηρίξεως από το φίλιο πυροβολικό. Το διακεκομμένο του εδάφους των επιχειρήσεων δεν επέτρεπε τη χρησιμοποίηση του πεδινού πυροβολικού. Η ύπαρξη Μεραρχιακού ορειβατικού πυροβολικού για την παροχή πυρών άμεσης υποστήριξης ήταν φανερή ανάγκη, γιατί αυτό θα ήταν σε θέση να παρακολουθεί και να υποστηρίζει συνεχώς τα μαχόμενα τμήματα πεζικού επί παντοδαπού εδάφους.

Για  ελαττωματική σύνθεση  του μεραρχιακού πυροβολικού αναφέρεται στα απομνημονεύματα του ο στρατηγός Μαζαράκης. Αυτό είχε πεδινά πυροβόλα και όχι ορειβατικά, με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιείται σε ορεινό έδαφος και το φίλιο πεζικό να μένει χωρίς πυρά υποστήριξης. Ο τρίτος παράγοντας υπήρξε η έλλειψη συντονισμού. Δεν διατάχθηκαν οι μεραρχίες του τομέα Κιλκίς να ξεκινήσουν την προέλαση του την ίδια ώρα της 19 Ιουνίου. Η V Μεραρχία άρχισε την προέλαση της, ενώ η ΙΙ καθυστέρησε  να εκκινήσει, με αποτέλεσμα  να συγκεντρώσει  επάνω της όλα τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού. Μόνο μετά την επέμβαση της IV Μεραρχίας ανακουφίστηκε.

Δεν υπήρχε συντονισμός στην προέλαση των Μεραρχιών λόγω απουσίας αξιωματικών συνδέσμων ανάμεσα τους. Δεν υπήρχε ενότητα προσπαθειών μεταξύ των III  και  IV Μεραρχιών και παρά την προσπάθεια συνεννόησης των γειτονικών δυνάμεων δεν απέδωσε κανένα αποτέλεσμα. Ο τέταρτος παράγοντας υπήρξε η πυκνότητα των ελληνικών δυνάμεων και ο πέμπτος το αναπεπταμένο έδαφος που ενεργούσαν οι μεραρχίες. Οι απώλειες αναλυτικά για τις 20 και 21 Ιουνίου ήταν οι ακόλουθες: Συνολικά οι απώλειες ανήλθαν σε 8828 άνδρες. Οι Βουλγαρικές απώλειες ανήλθαν στους 4227 νεκρούς, 1977 τραυματίες και 767 αγνοούμενους.

Σχολιασμός Βουλγαρικών ενεργειών

Ο Βουλγαρικός Στρατός την περίοδο των επιχειρήσεων ήταν διεσπαρμένος από τον Δούναβη μέχρι το Αιγαίο και οι πέντε στρατιές του κάλυπταν μια ζώνη 500 χιλιόμετρων. Με αυτή τη διασπορά δεν μπορεί να γίνει λόγος για συγκέντρωση των δυνάμεων στον κατάλληλο χρόνο και χώρο. Παράλληλα, η αντιφατικότητα των διαταγών τουλάχιστον για την ΙΙ στρατιά περιόρισε την πρωτοβουλία του διοικητή της,  δημιουργώντας του ανασφάλεια σε πιθανή επιθετική ή αμυντική  στάση, άλλοτε με την υπόσχεση για διάθεση ενισχύσεων και άλλοτε όχι.

Ο στρατηγός Ιβανώφ (διοικητής της ΙΙ Στρατιάς)στα απομνημονεύματα  του  αναφέρει ότι η κατάσταση δεν θα ήταν κακή αν με την έναρξη των εχθροπραξιών εμπλέκονταν και οι πέντε στρατιές και όχι μόνο οι δύο ΙΙ και IV (εναντίον Ελλήνων και Σέρβων αντίστοιχα). Συμπληρώνει δε ότι η αδράνεια των τριών βουλγαρικών στρατιών διήρκεσε 6 ημέρες μέχρι την 22η Ιουνίου 1913.  Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της έλλειψης στρατηγικής συγκέντρωσης των βουλγαρικών δυνάμεων αποτελεί ότι την 17η Ιουνίου ο διοικητής της V  στρατιάς άκουσε τα πυροβόλα της γειτονικής επιτιθέμενης IV στρατιάς και διερωτάτο τί συμβαίνει ζητώντας οδηγίες. Φαινόταν γι’ αυτόν ανεξήγητη η αδράνεια της στρατιάς του τη στιγμή που οι συνάδελφοι του μαχόταν.

Στα απομνημονεύματά  του ο Βούλγαρος στρατηγός εκφράζει αμφιβολίες για την ανδρεία, την στρατηγική, την τακτική ικανότητα και τη δόξα του Ελληνικού Στρατού. Αποδίδει την ήττα του στρατού του μόνο στην αριθμητική υπεροχή των Ελλήνων την οποία σκοπίμως και εσφαλμένα ανεβάζει στην αναλογία 5 προς 1.

Έχει όμως και ο στρατηγός τις ευθύνες του. Αν και είναι δίκαιες οι αιτιάσεις του κατά των ενεργειών του Ανωτάτου Στρατηγείου, ο ίδιος δεν ενήργησε όπως όφειλε και δεν έπραξε ό,τι ήταν δυνατόν να πράξει για να ενισχύσει το κέντρο του και να διορθώσει την διαμορφωθείσα κατάσταση έστω και με τα λάθη του στρατηγείου. Ίσως το βουλγαρικό Στρατηγείο να σκεφτόταν ότι σε περίπτωση υποχώρησης της IV στρατιάς είχε την ανάγκη διαθεσίμων δυνάμεων  και ότι, αν λάμβανε χώρα μια τέτοια δυσμενής εξέλιξη, δεν θα ήταν απαραίτητη η ενίσχυση της έναντι των Ελλήνων II στρατιάς που θα αναγκαζόταν και αυτή να υποχωρήσει.

Δημιουργεί ερωτηματικά το γιατί η βουλγαρική κυβέρνηση και η βουλγαρική Ανώτατη Διοίκηση, δεν αντιλήφθηκαν ότι βάδιζαν σε λάθος κατεύθυνση και δεν έπραξαν, ό,τι ήταν δυνατόν και απαραίτητο για να εκμεταλλευτούν εύκολα και χωρίς κινδύνους, τη μεγάλη υπεροχή των δυνάμεών τους και τη πλεονεκτική τους θέση στο θέατρο των επιχειρήσεων με την κατοχή στρατηγικών σημείων. Θα είχαν την δυνατότητα, με την πλήρη εκμετάλλευση και των πέντε στρατιών και όχι μόνο με μία κατά των Σέρβων  και με μία κατά των Ελλήνων, να διακόψουν την επαφή μεταξύ των δύο αντιπάλων και επιτιθέμενοι πρώτοι να εξασφαλίσουν την πρωτοβουλία  των κινήσεων στο πεδίο της μάχης και να οδηγηθούν  σε θετικό για τους Βουλγάρους αποτέλεσμα.

Παραμένει ερωτηματικό γιατί άρχισαν ταυτόχρονα επιχειρήσεις εναντίον δύο μετώπων, ενώ μπορούσε να επιτεθεί κατά των Σέρβων και να τηρήσει αμυντική στάση έναντι των Ελλήνων, ή και αντίστροφα. Να ενισχύσει τη ΙΙ στρατιά, να επιτεθεί με σφοδρότητα εναντίον των Ελλήνων και όταν η κατάσταση ξεκαθάριζε, να στραφούν με όλες τους τις δυνάμεις εναντίον των Σέρβων. Η μη ύπαρξη ευθύς εξ αρχής ενός πλήρους, ακριβούς και σαφούς σχεδίου, χωρίς οδηγίες προς τους διοικητές των στρατιών και ο μη υπολογισμός και η έλλειψη μελέτης του ελληνικού παράγοντα  δημιούργησε σύγχυση και αδυναμία στην εκτέλεση των σχετικών διαταγών.

Ο Βασιλιάς Φερδινάνδος ασκούσε την ανωτάτη στρατιωτική διοίκηση των βουλγαρικών δυνάμεων. Άμεσος βοηθός του και ουσιαστικός αρχιστράτηγος ήταν ο στρατηγός Σαβώφ. Ο τελευταίος αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων. Ο στρατηγός Ιβανώφ αναφέρει μάλιστα γι’ αυτόν ότι ήταν μεγαλομανής και ανεπαρκής. Οι διαταγές που εξέδωσε είχαν αντιφάσεις και ασυναρτησίες. Παρατηρήθηκαν άσκοπες μετακινήσεις βουλγαρικών μονάδων από την μία στρατιά στην άλλη και σε μεγάλες αποστάσεις, με συνέπεια να καταπονεί τους άνδρες σωματικά και ηθικά και να τους καθιστά ανίκανους για να παρέμβουν στην κατάλληλη στιγμή. Η ανικανότητα του στρατηγού Σαβώφ γρήγορα προκάλεσε την αντικατάσταση του από νέο στρατηγό, ο οποίος και αυτός με τη σειρά του δεν διακρινόταν για την αποφασιστικότητα του. Στο τομέα της ΙΙ Στρατιάς (βουλγαρικές δυνάμεις έναντι των Ελληνικών) παρατηρείται ότι κρατήθηκαν υπερβολικές δυνάμεις πέραν του Στρυμόνα χωρίς ουσιαστικό λόγο. Αν έπεφτε η κύρια γραμμή άμυνας των Βουλγάρων, τότε αυτές οι δυνάμεις μοιραία θα υποχωρούσαν.

Επίλογος

Οι πολεμικές επιχειρήσεις είναι εξαιρετικά δύσκολες είτε στο σχεδιασμό, είτε κατά τη φάση της εκτέλεσής τους. Δεν υπάρχει μάχη που δεν παρατηρήθηκαν λάθη. Στη μάχη του Κιλκίς – Λαχανά τα σφάλματα υπήρξαν πολλά και σοβαρά από όλους τους εμπλεκομένους. Οι Βούλγαροι διέπραξαν τα περισσότερα και τα σοβαρότερα, με αποτέλεσμα να ηττηθούν. Δεν εφάρμοσαν την αρχή της οικονομίας των δυνάμεων στα δύο θέατρα των πολεμικών επιχειρήσεων και παραδόξως έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν ώστε το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων τους να μη λάβει μέρος στην επίθεση την οποία οι ίδιοι επεδίωκαν. Αυτό ίσως να οφείλονταν στην υπερεκτίμηση των δυνάμεων τους, στην υπερφίαλη υποτίμηση των αντιπάλων τους και στην ανικανότητα της Ανωτέρας Βουλγαρικής Διοίκησης.

Είναι απορίας άξιον γιατί η Ανωτάτη Στρατιωτική Βουλγαρική Διοίκηση δεν εκμεταλλεύτηκε τα πολλά και σχεδόν εξασφαλισμένα πλεονεκτήματα που είχε έναντι των αντιπάλων της και οδήγησε εσφαλμένα, με λάθος τακτική και σε λάθος χρόνο τις μονάδες της σε ήττα. Τα κύρια χαρακτηριστικά ήταν, οι αντιφατικές διαταγές της ανωτάτης ηγεσίας και η έκδοση νέων αποστολών προς στις μονάδες που τις χαρακτήριζε ασάφεια και αβεβαιότητα.

Για τους Έλληνες και Σέρβους από άποψη στρατηγικού σχεδιασμού και εκτέλεσης, η έλλειψη κοινού Ελληνοσερβικού στρατηγείου είχε ως συνέπεια να μην υπάρχει ο κατάλληλος συντονισμός μεταξύ των δύο στρατών, στοιχείο που εκμεταλλεύτηκαν οι Βούλγαροι για να μεταφέρουν εύκολα στρατεύματα και στο Ελληνοβουλγαρικό και στο Σερβοβουλγαρικό μέτωπο, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός.

Όσον αφορά το ελληνικό σχέδιο ενεργείας, απέβλεπε κυρίως στην εξασφάλιση της Θεσσαλονίκης η κατοχή της οποίας είχε τεράστια πολιτική και στρατιωτική σημασία λόγω και της αβέβαιης τότε πολιτικής κατάστασης. H συγκέντρωση του όγκου των δυνάμεων μπροστά στο ανοιχτό και ακάλυπτο μέτωπο του Κιλκίς και η εμμονή του Γενικού Στρατηγείου στην κατάληψη της τοποθεσίας με μετωπικές προσπάθειες, ήταν ενέργεια που προξένησε τεράστιες (όσο και αχρείαστες) απώλειες.

Oι δύο κατευθύνσεις από Θεσσαλονίκη προς Κιλκίς και Λαχανά απέκλιναν συνεχώς η μία από την άλλη, με αποτέλεσμα ο συντονισμός των τμημάτων που ενεργούσαν και στις δύο αυτές κατευθύνσεις υπό κοινή διοίκηση, να είναι δυσχερής, κάτι που άλλωστε φάνηκε κατά την εξέλιξη της μάχης. H νυχτερινή επίθεση μίας μόνο μεραρχίας εκ των τεσσάρων που πολεμούσαν στο μέτωπο του Κιλκίς, απέδειξε την αδυναμία του Γενικού Στρατηγείου να διευθύνει ταυτόχρονα τις ενέργειες εννέα χωριστών υφιστάμενων διοικήσεων. Επιπλέον, δεν τηρήθηκαν εφεδρείες και, όταν το Γενικό Στρατηγείο αποφάσισε την ενίσχυση του αγώνα στο Κιλκίς, αναγκάστηκε να αποσύρει δυνάμεις από τον Λαχανά, παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη εμπλακεί σε μάχη με τον εχθρό.

Επίσης, το αποτέλεσμα της μάχης του Λαχανά περιορίστηκε πάρα πολύ από την κακή πληροφόρηση της VII Μεραρχίας υπό του Γενικού Στρατηγείου για την εξέλιξη των επιχειρήσεων και από τη διστακτικότητά της. Το Κιλκίς καταλαμβάνεται το πρωί της 21ης Ιουνίου και οι Βούλγαροι υποχωρούν χωρίς όμως να κυκλωθούν και να συντριβούν. H καταδίωξη του εχθρού έγινε σε εξαιρετικά περιορισμένο βάθος, παρά το γεγονός ότι διατάχθηκε «απηνής καταδίωξη». Αυτό προφανώς οφείλεται στην εξάντληση των τμημάτων, καθώς και στις απώλειες που υπέστησαν. H ταξιαρχία ιππικού, η οποία μπορούσε να εκτελέσει την «απηνή καταδίωξη», δεν χρησιμοποιήθηκε όπως έπρεπε. Όπως και κατά την μάχη, έτσι και κατά την εκμετάλλευση της επιτυχίας γίνεται αισθητή η έλλειψη συντονισμού των προσπαθειών δράσης των μεραρχιών. Παρόμοια κατάσταση παρουσιάζεται και στα δύο άκρα της διάταξης αλλά και στη περιοχή του Λαχανά.

Η διαταγή της 18ης Ιουνίου με την οποία υλοποιήθηκε το σχέδιο επιχειρήσεων στη μάχη του Κιλκίς και Λαχανά  παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες όπως:

 α. Ήταν απλή, χωρίς γενική ιδέα ελιγμού, χωρίς οδηγίες και χωρίς ανάθεση μελλοντικών αντικειμενικών σκοπών (ΑΝΣΚ) .

 β. Απαιτούσε επιθετική δράση, χωρίς όμως να δίνει σαφείς οδηγίες για  το πώς θα ενεργήσουν οι σχηματισμοί κατά την εφαρμογή της νέας  ιδέας του ελιγμού.

 γ. Ήταν μεγάλο σφάλμα η μη διάθεση του απαιτούμενου όγκου των ελληνικών  δυνάμεων στον κύριο τομέα. Ευτυχώς το ίδιο σφάλμα διέπραξαν και οι Βούλγαροι.

  δ. Η ληφθείσα γραμμική διάταξη, χωρίς ο κύριος όγκος των δυνάμεων να είναι συγκεντρωμένος σε ένα τομέα και η τήρηση αμυντικής στάσης ή επιτήρησης σε άλλους και χωρίς μερική και γενική εφεδρεία, αφαίρεσε από τον αρχιστράτηγο την ουσιαστική διεύθυνση του αγώνα, τον περιόριζε μόνο στους μεμονωμένους αγώνες των μεραρχιών. Η ευνοϊκή εξέλιξη του αγώνα  οφείλεται κατά κύριο λόγο, στην τακτική ικανότητα διοικήσεων και επιτελείων των κατωτέρων μονάδων, στην ορμή την γενναιότητα  και την αποτελεσματικότητα των στρατευμάτων ως επίσης στα σοβαρότατα διαπραχθέντα λάθη των Βουλγάρων ως προς την κατανομή των δυνάμεων τους.

  ε. Έλλειψη οργάνωσης διοίκησης. Η υπαγωγή των οκτώ μεραρχιών του Ελληνικού Στρατού απευθείας στο Γενικό Στρατηγείο γεγονός που σημαίνει ότι ή ο έλεγχος θα είναι ελλιπής, καθυστερημένος και μερικός.  Τον έλεγχο θα έπρεπε να τον έχουν αποκλειστικά οι διοικητές των μεραρχιών όπως και έγινε τελικά. Η συνέπεια ήταν να μην υπάρξει συντονισμός των προσπαθειών και εκμετάλλευση της επιτυχίας.

  στ. Η κατά μέτωπον επίθεση δεν ευνοούσε ούτε και εξασφάλιζε την κυκλωτική ενέργεια που θεωρητικά σκόπευε να εφαρμόσει το Γενικό Στρατηγείο, με αποτέλεσμα να επιτρέψει στον Βουλγαρικό Στρατό να αποφύγει την κύκλωση, να υποχωρήσει και να ανασυνταχθεί.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η νίκη στο Κιλκίς – Λαχανά ήταν αποτέλεσμα του υψηλού ηθικού του στρατού, ύστερα από τις επιτυχίες του στον A’ Βαλκανικό Πόλεμο, της αυτοθυσίας και του επιθετικού πνεύματος που τον διακατείχε. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η επιτυχής νυχτερινή ενέργεια της II Μεραρχίας στο Κιλκίς, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη διάσπαση της αμυντικής γραμμής των Βουλγάρων, καθώς και η έγκαιρη κατάληψη των υψωμάτων του Καλινόβου από τη X μεραρχία. Επιπροσθέτως, η τελική έκβαση της μάχης υπήρξε αποτέλεσμα της υποτίμησης, εκ μέρους των Βουλγάρων, του αντιπάλου. H νίκη των Ελλήνων στο Κιλκίς – Λαχανά έσωσε τη Θεσσαλονίκη και άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση και άλλων ελληνικών περιοχών στην κεντρική και την ανατολική Μακεδονία, αποτελώντας το προοίμιο της ελληνικής επικράτησης έναντι των Βουλγάρων στο B’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου, τον Αύγουστο του 1913, η οποία επισφράγισε τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, η συνολική έκταση του Ελληνικού κράτους θα φτάσει τα 120.308 από τα 63.211 τ.χλμ. που ήταν πριν από την έναρξή τους. H εντυπωσιακή αυτή μεγέθυνση, πέρα από την ποσοτική της σημασία, πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με τα ειδικότερα πλεονεκτήματα που συνεπαγόταν η προσάρτηση εδαφών με αυξημένη γεωπολιτική σημασία, όπως ήταν η Μακεδονία. H επέκταση ως τον ποταμό Νέστο κάλυπτε, με επίκεντρο το στρατηγικό κόμβο της Θεσσαλονίκης, το μέγιστο μέρος των νοτίων παραλίων της Βαλκανικής Χερσονήσου, του τελευταίου τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου προς την κατεύθυνση της ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής.

H Ελλάδα εξελισσόταν σε σημαντικό στρατηγικό παράγοντα στην ανατολική Μεσόγειο, με αποτέλεσμα την αύξηση της ισχύος της στους διεθνείς διπλωματικούς κύκλους. H διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας συνοδευόταν από την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμιακού δυναμικού της από 2.631.912 σε 4.718.221 κατοίκους. Tο φαινόμενο αυτό συνέβαλε αποφασιστικά στην αύξηση της ισχύος της χώρας, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της διεθνούς θέσης της. Επιπρόσθετα, η επέκταση προς το χώρο της Μακεδονίας, συντέλεσε στην αναβάθμιση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας μέσω της εξασφάλισης πλουτοπαραγωγικών πηγών, οι οποίες αύξησαν την αγροτική παραγωγή και ενίσχυσαν τις προϋποθέσεις για εκβιομηχάνιση, με γενικότερο αποτέλεσμα την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Βιβλιογραφία

1.Ο ελληνικός στρατός κατά τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 τόμος Γ΄ ΓΕΣ/ ΔΙΣ.

  1. Ιστορικαί διαλέξεις (εκπαιδευτικό φυλλάδιο) ΓΕΣ/ 3ον ΕΓ.

  1. 100 Χρόνια από την διεξαγωγή των βαλκανικών πολέμων ΓΕΣ/ΔΙΣ Αθήνα 2013 ο τακτικός ελιγμός της μάχης του Κιλκίς (ένα υποθετικό σενάριο) Ανχης πυροβολικού Γεώργιος Σκαλτσογιάννης.

4.Η Ελλάς του 1910-1920 τόμος 1ος εκδ. πυρσός Αθήναι 1931 Γεώργιος Βεντήρης

5.Θέματα ελληνικής διπλωματικής ιστορίας 1912-1940 εκδ. Σιδέρη Αρετή Τούντα- Φεργάδη

  1. Στρατιωτική ανάλυση της μάχης του Κιλκίς- Λαχανά 21 Ιουνίου 1913 , εισήγηση του Ανδρέα Καστάνη στο ιστορικό συνέδριο του δήμου Κιλκίς.

  1. Ελληνική Ιστορία Ελληνικός Στρατός Μάχη Κιλκίς- Λαχανά 1913 κατά των Βουλγάρων , Πάνος Χαρ. Μανιατόπουλος -ιδιωτική έκδοση 2022.

  1. Η Μάχη Κιλκίς – Λαχανά (19-21 Ιουνίου 1913) μελέτη ΓΕΣ (Διαδίκτυο)

  1. Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913

1η δημοσίευση εδώ

https://methormisakathektou.blog/greek-history/%ce%b7-%ce%bc%ce%ac%cf%87%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b9%ce%bb%ce%ba%ce%af%cf%82-%ce%bb%ce%b1%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%ac/18/01/2025/?fbclid=IwY2xjawSifi9leHRuA2FlbQIxMQBicmlkETB1V2FKUTRCc210Z1d2c3pkc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHjE4AKO94mOioaP0z7Pd4QlakB6TqfHdd7tEMTHooJQ5t4s4QEAkJYRLz0_3_aem_hjhRqdOOsUWichNn1REI5Q

Πηγή εικόνας

https://methormisakathektou.blog/

Αντιστράτηγος ε.α. Γεώργιος Καμπουράκης

Πριν Φύγετε