Συνέντευξη του Γιώργου Μενεσιάν: Καύκασος και Μέση Ανατολή

Συνέντευξη του Γιώργου Μενεσιάν: Καύκασος και Μέση Ανατολή

Ο διεθνολόγος Γιώργος Μενεσιάν για τις εξελίξεις σε Καύκασο – Μέση Ανατολή

Ο Γιώργος Μενεσιάν, διεθνολόγος και σύμβουλος διεθνών θεμάτων με εξειδίκευση στις περιοχές του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής (MENA), μιλάει στο GreekHumans

Διαβάστε παρακάτω αναλυτικά τη συνέντευξη, που μας παραχώρησε, απαντώντας στις ερωτήσεις μας για τις εξελίξεις στις περιοχές από τον Καύκασο ως τη Μέση Ανατολή.

Αντί προλόγου

Αγαπητέ Γιώργο, είναι ιδιαίτερη τιμή που έχουμε τη δυνατότητα να συζητήσουμε μαζί σου, για την Μέση Ανατολή και τον Καύκασο. Αρχικά, θα θέλαμε ένα πρώτο σχόλιο για τη Μέση Ανατολή. Είχες δηλώσει σε προγενέστερη συνέντευξη σε εμάς, την οποία μπορείτε να δείτε εδώ

https://greekhumans.com/synenteuxi-me-ton-k-giwrgo-meneshian-dimereis-sxeseis-toyrkias-armenias/

ότι «η Μέση Ανατολή έχει μεγάλο ενδιαφέρον, διότι διαφέρει αρκετά από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, όμως, ταυτόχρονα, οι εκεί εξελίξεις επηρεάζουν την Ευρώπη και την Ελλάδα». Με ποιους τρόπους λοιπόν, οι εξελίξεις στο Ιράν ή στο Ισραήλ μπορούν να επηρεάσουν την Ελλάδα;

Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση στο πάντα φιλόξενο Greek Humans. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι, βασικά, αρκετά απλή: γεωγραφία και εθνικά συμφέροντα.

Ξεκινώντας από τη γεωγραφία, η Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικά τμήμα της ευρύτερης περιοχής. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι δύσκολο να διαχωρίσει κανείς τη Μέση Ανατολή από την Ανατολική Μεσόγειο. Για τους Δυτικούς μας εταίρους, η χώρα μας λειτουργεί ως πύλη εισόδου στην περιοχή. Εξού, για παράδειγμα, και η σημασία που αποδίδουν οι ΗΠΑ στη στρατιωτική βάση της Σούδας. Δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί τη διασύνδεση της Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή χωρίς την Ελλάδα.

Παράλληλα, η χώρα μας επιχειρεί να εμπλακεί σε εγχειρήματα διασύνδεσης που συνδέουν τη Νότια Ασία με την Ευρώπη μέσω Μέσης Ανατολής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο IMEC.

Περνώντας στα εθνικά συμφέροντα, η Μέση Ανατολή εξελίσσεται σε περιοχή υψίστης σημασίας για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική. Οι λόγοι είναι τρεις. Ο πρώτος αφορά τον αναδυόμενο άξονα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, ο οποίος είναι κρίσιμος τόσο για την ελληνική αμυντική όσο και για την ενεργειακή πολιτική (χαρακτηριστική η σημασία του Great Sea Interconnector). Το πολυμερές αυτό σχήμα έχει αναβαθμιστεί περαιτέρω με την εμπλοκή των ΗΠΑ μέσω του σχήματος «3+1». Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η εταιρική σχέση με την Αίγυπτο.

Ο δεύτερος λόγος συνδέεται με τα ελληνοτουρκικά. Η Τουρκία έχει αυξανόμενη παρουσία στη Μέση Ανατολή, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τις ισορροπίες μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τουρκική παρουσία στη Λιβύη.

Ο τρίτος λόγος αφορά την ανάγκη προσέγγισης των μοναρχιών του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι οποίες έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν τη δυνατότητα πραγματοποίησης μεγάλων επενδύσεων.

Βλέπουμε επομένως πως η Ελλάδα συνδέεται με τη Μέση Ανατολή.

Ιράν

Πολλά τα εσωτερικά προβλήματα για το Ιράν τα τελευταία έτη. Ποιος μπορεί να είναι ο ιστορικός λόγος; Υπάρχει ανάμειξη ξένων εχθρικών προς το Ιράν δυνάμεων στα εσωτερικά του ζητήματα;

Οι κοινωνικές αναταραχές στο Ιράν οφείλονται σε δύο αλληλένδετες πραγματικότητες. Η πρώτη έχει να κάνει με τη φύση του καθεστώτος. Το θεοκρατικό καθεστώς είναι αυταρχικό, διεφθαρμένο και παραβιάζει συστηματικά τις ατομικές ελευθερίες, μη διστάζοντας ακόμη και να καταφεύγει στη βία εναντίον διαδηλωτών και ακτιβιστών. Παράλληλα, η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Αυτά οφείλονται αφενός στην κλεπτοκρατική φύση του καθεστώτος και αφετέρου στις σκληρές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί από τη Δύση. Παρότι οι κυρώσεις παίζουν καθοριστικό ρόλο, οι Ιρανοί διαδηλωτές κατηγορούν —και ορθώς— το καθεστώς ότι επί δεκαετίες δαπανά τεράστια ποσά για τη στήριξη ενόπλων οργανώσεων στο εξωτερικό, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, την ώρα που ο ίδιος ο πληθυσμός αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Η κατάσταση επιδεινώνεται περαιτέρω από προβλήματα όπως η εκτεταμένη λειψυδρία.

Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, είναι γεγονός ότι η ισραηλινή Μοσάντ έχει αναπτύξει ένα εκτεταμένο δίκτυο στο εσωτερικό του, το οποίο χρησιμοποιείται για πράξεις δολιοφθοράς και στοχευμένες δολοφονίες προσώπων που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης και το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Η δράση αυτού του δικτύου έγινε ακόμη πιο σαφής κατά την διάρκεια του πολέμου μεταξύ Ιράν και Ισραήλ τον περασμένο Ιούνιο. Υπάρχουν, επίσης, ενδείξεις ότι το Ισραήλ έχει υποστηρίξει ένοπλες, αποσχιστικές κατά βάση, οργανώσεις οι οποίες δρουν κατά του Ιράν.

Σε κάθε περίπτωση, οι κοινωνικές αναταραχές, δεν αποτελούν προϊόν ξένης παρέμβασης, αλλά αντίδραση στον αυταρχισμό και την οικονομική δυσπραγία.

ΗΠΑ – Ισραήλ – Ιράν

Οι σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν δεν είναι και στα καλύτερα τους. Τι γίνεται στα μεταξύ τους ζητήματα; Απειλές για επίθεση από τις δυο πλευρές, ανταλλαγές ρουκετών πρόσφατα. Πως μπορεί να εξελιχθεί το θέμα αυτό;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν με κάθε μέσο το Ισραήλ έναντι του Ιράν και των αντιπροσώπων του. Η αμερικανική στάση απέναντι στο Ιράν έγινε σαφώς σκληρότερη κατά τις δύο προεδρίες του Ντόναλντ Τραμπ. Επί Τραμπ, οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, προχώρησαν στη δολοφονία του Ιρανού στρατιωτικού Κασέμ Σολεϊμανί και βομβάρδισαν ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν–Ισραήλ το καλοκαίρι του 2025. Παράλληλα, κατά τις πρόσφατες αιματηρές διαδηλώσεις στο Ιράν, ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε λόγο για την ανάγκη ανατροπής του καθεστώτος και απείλησε με νέα στρατιωτικά πλήγματα.

Παρά τη σκληρή ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να επιδιώκουν μια νέα συμφωνία με το Ιράν, θέτοντας ωστόσο ως προϋπόθεση την πλήρη συμμόρφωση της Τεχεράνης, κάτι που έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο. Στρατηγικός στόχος της Ουάσιγκτον είναι η αποδυνάμωση του ιρανικού καθεστώτος και, ει δυνατόν, η πτώση του. Στο πλαίσιο αυτό, οι ΗΠΑ αναμένεται να συνεχίσουν την άσκηση σκληρής πολιτικής έναντι του Ιράν, διατηρώντας τις κυρώσεις, συμβάλλοντας στην αποδόμηση του ιρανικού περιφερειακού «άξονα αντίστασης», προωθώντας τη διεθνή απομόνωση της χώρας και στηρίζοντας το Ισραήλ, ακόμη και σε περίπτωση νέας επίθεσης εναντίον του Ιράν, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο.

Ιορδανία

Καθώς υπάρχουν πεδία συγκρούσεων – μαχών – εντάσεων παντού, παρατηρούμε την Ιορδανία, η οποία δεν αναφέρεται πουθενά. Το μόνο γνωστό στοιχείο για αυτή είναι οι πολλές οργανωμένες τουριστικές εκδρομές εκεί. Πως η Ιορδανία έχει επιλέξει αυτή την τρόπο τινά ουδετερότητα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι;

Η σχετική σταθερότητα της Ιορδανίας οφείλεται σε ένα σύνολο αλληλένδετων εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Καταρχάς, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η σταθερή και μακροχρόνια στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη που παρέχουν στη χώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αντιμετωπίζουν την Ιορδανία ως κρίσιμο πυλώνα ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η ειρηνευτική συμφωνία με το Ισραήλ (1994) και η μετέπειτα ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων έχουν συμβάλει στη θωράκιση της χώρας από άμεσες περιφερειακές απειλές και συγκρούσεις.

Η Ιορδανία έχει βρεθεί στο παρελθόν αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις, κυρίως λόγω της παρουσίας παλαιστινιακών ένοπλων οργανώσεων στο έδαφός της. Η κρίση αυτή κορυφώθηκε το 1970, όταν το καθεστώς προχώρησε, έπειτα από αιματηρές συγκρούσεις, στην εκδίωξη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), εδραιώνοντας έτσι τον έλεγχο του κράτους επί της επικράτειας. Από τότε, ο ρόλος των ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών ασφαλείας παραμένει καθοριστικός, καθώς θεωρούνται από τις πιο επαγγελματικές και αποτελεσματικές στην περιοχή, διασφαλίζοντας την εσωτερική σταθερότητα και αποτρέποντας αποσταθεροποιητικά κινήματα.

Σημαντικό παράγοντα σταθερότητας αποτελεί επίσης η πολιτική νομιμοποίηση της μοναρχίας, γεγονός που ενισχύει την αποδοχή του καθεστώτος από μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Επιπλέον, σε αντίθεση με γειτονικά κράτη όπως η Συρία και το Ιράκ, η Ιορδανία χαρακτηρίζεται από σχετικά περιορισμένες εθνοτικές και θρησκευτικές διαιρέσεις, γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο εσωτερικών συγκρούσεων.

Σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, η Ιορδανία ακολουθεί μια ιδιαίτερα προσεκτική στρατηγική χαμηλού προφίλ. Αποφεύγει την ενεργό εμπλοκή σε περιφερειακές συγκρούσεις, διατηρεί σχέσεις με ανταγωνιστικά μεταξύ τους στρατόπεδα και συχνά λειτουργεί ως διαμεσολαβητής. Παράλληλα, απολαμβάνει οικονομική στήριξη όχι μόνο από τις ΗΠΑ, αλλά και από χώρες του Κόλπου, την Ευρωπαϊκή Ένωση και διεθνείς οργανισμούς, γεγονός που συμβάλλει στην αποτροπή οικονομικών κρίσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κοινωνική αποσταθεροποίηση.

Τουρκία – Αρμενία

Περνώντας στην ασταθή γεωπολιτική γειτονιά στα βορειο ανατολικά σύνορα της Τουρκίας και τον Καύκασο είναι γνωστές οι διμερείς σχέσεις Τουρκίας – Αρμενίας. Έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια προσέγγισης των δυο κρατών; Που οδεύει αυτή η προσπάθεια; Ποια τα κέρδη που μπορεί να έχει η Αρμενία από αυτό; Ποιοι οι στόχοι της Τουρκίας; Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία γενικότερα έχει ανοιχτά μέτωπα σε διάφορες γεωπολιτικές περιοχές του πλανήτη.

Οι σχέσεις Τουρκίας–Αρμενίας έχουν αλλάξει ριζικά τα τελευταία χρόνια. Μετά την ήττα της Αρμενίας στον πόλεμο με το Αζερμπαϊτζάν το 2020, Άγκυρα και Γερεβάν αποφάσισαν την έναρξη μιας διπλωματικής διαδικασίας που αποσκοπεί στην εξομάλυνση των σχέσεων και στο άνοιγμα των συνόρων. Υπενθυμίζεται ότι το 1993 η Τουρκία επέβαλε εμπάργκο στην Αρμενία λόγω του πολέμου στο Ναγκόρνο Καραμπάχ. Έκτοτε, είχαν πραγματοποιηθεί μόνο περιορισμένες απόπειρες ομαλοποίησης. Ωστόσο, μετά την πλήρη κατάληψη του Ναγκόρνο Καραμπάχ από το Αζερμπαϊτζάν, το βασικό εμπόδιο για μια συμφωνία μεταξύ Αρμενίας και Τουρκίας έπαψε να υφίσταται.

Τα δύο κράτη έχουν αποφασίσει το σταδιακό άνοιγμα των συνόρων. Τελευταία εκκρεμότητα παραμένει η υπογραφή ειρηνευτικής συνθήκης μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, καθώς η Άγκυρα επιθυμεί να κινηθεί σε συντονισμό με τον στενό της σύμμαχο στον Καύκασο. Παρά ταύτα, οι δύο πλευρές έχουν ήδη προχωρήσει σε ουσιαστικά βήματα, όπως η ανακατασκευή γεφυρών και η αποκατάσταση της σιδηροδρομικής γραμμής Γκιουμρί–Καρς. Επιπλέον, η Αρμενία έχει δηλώσει ότι η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιεί το αρμενικό οδικό δίκτυο για τη μεταφορά αγαθών προς το Αζερμπαϊτζάν.

Ιδιαίτερης σημασίας για την Τουρκία είναι και η συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν τον Αύγουστο, με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ. Η συμφωνία προβλέπει τη διασύνδεση του Αζερμπαϊτζάν με το εξκλάβιό του, το Ναχιτσεβάν, μέσω αρμενικού εδάφους. Δεδομένου ότι η Τουρκία συνορεύει με το Ναχιτσεβάν, το άνοιγμα αυτού του οδικού και σιδηροδρομικού άξονα θα διευκολύνει τη διασύνδεσή της με το Αζερμπαϊτζάν και, κατ’ επέκταση, με τα τουρκογενή κράτη της Κεντρικής Ασίας. Πέραν της συνδεσιμότητας, η Άγκυρα προσβλέπει σε σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά οφέλη. Η ομαλοποίηση των σχέσεων με την Αρμενία αναμένεται να οδηγήσει σε διείσδυση της Τουρκίας στην αρμενική αγορά και να συμβάλει στην ανάπτυξη των υποβαθμισμένων ανατολικών επαρχιών της. Παράλληλα, η τουρκική παρουσία στην Αρμενία θα μπορούσε να οδηγήσει σε στρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας στον Καύκασο, σε βάρος της ρωσικής και ιρανικής επιρροής.

Η Αρμενία έχει να αποκομίσει οφέλη κυρίως στο οικονομικό πεδίο. Το άνοιγμα των συνόρων θα τερματίσει την απομόνωση της περίκλειστης χώρας και θα διευκολύνει την πρόσβασή της στη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή. Ήδη, το Γερεβάν έχει ζητήσει τη συμπερίληψή του στο εγχείρημα διασύνδεσης «Αναπτυξιακός Δρόμος του Ιράκ», υπό την ηγεσία της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, αναμένεται να μειωθεί η εξάρτηση της Αρμενίας από τη Ρωσία, τη Γεωργία και το Ιράν. Η χώρα θα αποκτήσει επίσης τη δυνατότητα εξαγωγής προϊόντων προς την Τουρκία και σε τρίτα κράτη μέσω της τουρκικής επικράτειας.

Η νέα αυτή πραγματικότητα, ωστόσο, ενέχει και κινδύνους, καθώς ελλοχεύει το ενδεχόμενο αυξημένης οικονομικής εξάρτησης της Αρμενίας από την Τουρκία και απορρόφησης της μικρής αρμενικής οικονομίας από την τουρκική. Πέραν των οικονομικών παραμέτρων, μια ομαλοποίηση των σχέσεων με την Τουρκία και, κατ’ επέκταση, με το Αζερμπαϊτζάν θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο στρατιωτικής σύγκρουσης στην περιοχή.

Ελλάδα – Τουρκία – Αρμενία

«Βίοι Παράλληλοι; Έλληνες και Αρμένιοι, από τα μιλλέτ στα έθνη-κράτη»

Η 1η σου μονογραφία, ένα εξαιρετικό βιβλίο, στο οποίο έχουμε αναφερθεί στην ιστοσελίδα μας

https://greekhumans.com/vioi-parallhloi-giorgos-menesian/

αφορά στις ελληνοαρμενικές σχέσεις και όχι μόνο. Κοινό ιστορικό παρελθόν με τα γνωστά γεγονότα και εξέλιξη για Έλληνες της Ανατολίας και Αρμένιους, όπως και τους Ασσυρίους. Ως Δημόσιος Ιστορικός θα ήθελα να μάθω αν μπορεί λοιπόν, στις μέρες μας να ξεχαστεί αυτή η τραυματική μνήμη Ελλήνων και Αρμενίων; Δεύτερον, αν πιστεύεις ότι υπάρχει λήθη για την γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών από τους Νεότουρκους και τον Μουσταφά Κεμάλ. Και τέλος μπορεί η Αρμενία να έχει σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν – αδελφό κράτος με την Τουρκία;

Η συλλογική μνήμη παραμένει πάντα χαραγμένη στους λαούς που έχουν υποστεί θηριωδίες αντίστοιχες με εκείνες που βίωσαν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι. Το συλλογικό τραύμα και η συλλογική μνήμη αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς τους και επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ των λαών. Όπως αναφέρω και στο βιβλίο μου, οι ελληνοαρμενικές σχέσεις, ιδίως σε επίπεδο κοινωνιών, εξακολουθούν να επηρεάζονται από τα κοινά βιώματα στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στα Αρμενικά Υψίπεδα, αλλά και στην Κύπρο. Η μνήμη αυτή είναι εντονότερη στους απογόνους των προσφύγων, τόσο στις δύο χώρες όσο και στις κοινότητες της διασποράς. Παρά ταύτα, παραμένει αναπόσπαστο στοιχείο της συλλογικής ελληνικής και αρμενικής ταυτότητας και ιστορίας.

Σε κρατικό επίπεδο, ωστόσο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τόσο το ελληνικό όσο και το αρμενικό κράτος διατηρούν τη μνήμη των γενοκτονιών. Εντούτοις, αυτές αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως ιστορικά γεγονότα και δεν καθορίζουν άμεσα την εξωτερική πολιτική, η οποία χαράσσεται με βάση τα εθνικά συμφέροντα και τις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι, στην περίπτωση της Αρμενίας, αυτή η ρεαλιστική προσέγγιση είναι σχετικά πρόσφατη, καθώς οι προηγούμενες αρμενικές κυβερνήσεις απέδιδαν μεγαλύτερη βαρύτητα στο ζήτημα της Γενοκτονίας. Το βασικό πρόβλημα αυτής της προσέγγισης είναι ότι δεν δίνεται η απαιτούμενη έμφαση στον αγώνα για τη διεθνή αναγνώριση των γενοκτονιών, με το βάρος να μετατοπίζεται στην κοινωνία των πολιτών και στις οργανώσεις της διασποράς. Από την άλλη πλευρά, ένα σύγχρονο κράτος, αν και οφείλει να σέβεται την ιστορική του μνήμη, για να επιβιώσει στο διεθνές σύστημα οφείλει να δρα με βάση τις εκάστοτε συγκυρίες. Επομένως, παρότι οι γενοκτονίες δεν έχουν ξεχαστεί, η αναγνώρισή τους δεν αποτελεί προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής των δύο κρατών.

Τέλος, στην περίπτωση των σχέσεων Αρμενίας–Αζερμπαϊτζάν, η συλλογική μνήμη είναι πολύ πιο πρόσφατη και άμεσα βιωμένη. Μόλις πριν από δυόμισι χρόνια, οι Αρμένιοι του Ναγκόρνο Καραμπάχ (Αρτσάχ) υπέστησαν εθνοκάθαρση από τις δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν. Αν και η Αρμενία όφειλε να διαπραγματευτεί σθεναρά το δικαίωμα επιστροφής των Αρμενίων στο Αρτσάχ, η κυβέρνηση έχει επιλέξει να προχωρήσει σε ειρηνευτικές συνομιλίες με το Αζερμπαϊτζάν χωρίς τη συμπερίληψη του ζητήματος αυτού στην ατζέντα των διαπραγματεύσεων. Σε γενικές γραμμές, η Αρμενία δεν διαθέτει τη δυνατότητα να παραμείνει σε μια διαρκή εμπόλεμη κατάσταση με το Αζερμπαϊτζάν, καθώς στερείται των αναγκαίων πόρων και της απαιτούμενης ισχύος. Κατά συνέπεια, καθίσταται αναγκαία η αναζήτηση λύσεων στα διμερή ζητήματα. Αυτό, ωστόσο, προϋποθέτει έναν ειλικρινή διάλογο, με αμοιβαίους συμβιβασμούς και ουσιαστικές εγγυήσεις ασφαλείας. Διαφορετικά, ελλοχεύει ο κίνδυνος η όποια ειρήνη προκύψει να μην είναι ούτε δίκαιη ούτε βιώσιμη.

Ευχαριστούμε θερμά!

Μπορείτε να διαβάσετε επιπλέον, αναλύσεις του Γιώργου Μενεσιάν εδώ

https://georgemeneshian.com/

Για το GreekHumans

Αριστείδης Ρούνης, Ιδρυτής και αρχισυντάκτης

Scroll to Top