Βυζάντιο – προσπάθειες για ένωση των εκκλησιών
Προσπάθειες ένωσης των δύο εκκλησιών κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Παλαιολόγων (1261-1453 μ. Χ)
Της Βασιλικής Πολυζώνη*
Ιστορική αναδρομή
Το μεγάλο σχίσμα του 1054, μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, έγινε επί Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου. Πατριάρχης ήταν ο Μιχαήλ Κηρουλάριος και πάπας στη Δύση ο Λέοντας Θ΄. Σημαντικότερες αιτίες του σχίσματος ήταν οι διαφωνίες σχετικά με την παπική αρχή και η εισαγωγή από τον πάπα του όρου filioque (ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού) στο Σύμβολο της Νικαίας (μία δογματική διαφορά). Υπήρχαν και άλλες διαφορές, όπως στις λειτουργικές συνήθειες (νηστεία το Σάββατο, χρήση άζυμου ψωμιού, λειτουργικό τυπικό) και στο δίκαιο (για παράδειγμα η διαφορά σχετικά με το αν έπρεπε να παντρεύονται οι κληρικοί), αλλά αυτοί είναι λιγότερο σημαντικοί καταλύτες για το σχίσμα[1].
Κανένας πατριάρχης δεν έπρεπε να επεμβαίνει στις υποθέσεις άλλου πατριαρχείου. Ο πάπας, όμως, απαιτούσε να έχει εξουσία ανώτερη των τεσσάρων πατριαρχών της Ανατολής και να ασκεί δικαιοδοσία πάνω τους, ενώ οι τέσσερεις πατριάρχες (Κωνσταντινούπολης, Αλεξανδρείας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων) υποστήριζαν ότι η πρωτοκαθεδρία του πάπα Ρώμης ήταν μόνο τιμητική, και έτσι είχε δικαιοδοσία μόνο πάνω στους χριστιανούς της Δύσης.
Είναι μία συνεχής ρήξη των δύο εκκλησιών εξαιτίας πολιτικών σκοπιμοτήτων και της μόνιμης αντιπαλότητας των πατριαρχικών εδρών. Έγιναν εντούτοις, διάφορες προσπάθειες επανένωσης των δύο εκκλησιών, από το σχίσμα έως την τέταρτη σταυροφορία (1054-1204) και από την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261) έως την άλωσή της από τους Τούρκους (1453), αλλά όχι με ζήλο και πάντα υπήρχε το πολιτικό δέλεαρ και από της δύο πλευρές.
Το όραμα της ένωσης υπό τον παπικό θρόνο όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε, αλλά οδήγησε σε μία βαθιά και αιτιολογημένη αποστροφή των Ορθοδόξων κατά των Λατίνων. Ο αυτοκράτορας και γενικότερα οι Βυζαντινοί πίστευαν πάντα για τους εαυτούς τους ότι ήταν ο εκλεκτός λαός του Θεού, οι ‘’Ρωμαίοι’’ και ότι ήταν ανώτεροι από τα υπόλοιπα έθνη. Αυτή τους η τάση ενέτεινε τα αρνητικά συναισθήματα των δυτικών και του πάπα απέναντι στο Βυζάντιο.
Από τον 11ο αιώνα δημιουργήθηκε η σκέψη στους Δυτικούς ότι έπρεπε να γίνει μία σταυροφορία για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και να στραφούν κατά των Ελλήνων, που τους είχαν προδώσει και εμπόδιζαν την προσπάθεια των χριστιανών να αντιμετωπίσουν τους απίστους, μέσω σταυροφοριών. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του πάπα Ιννοκέντιου Γ΄, πείστηκε και εκείνος ότι έτσι έπρεπε να γίνει, για να επιστρέψουν οι Έλληνες στο ποίμνιο της ρωμαϊκής εκκλησίας. Έτσι, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, έγινε η τέταρτη σταυροφορία του 1203-1204, κατά την οποία δημιουργήθηκε η Λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Ακολούθησαν διώξεις του βυζαντινού κλήρου και του λαού, ώστε οι ορθόδοξοι να φτάσουν σε σημείο να προτιμούν την υποταγή στους Τούρκους, παρά την ένωση των εκκλησιών υπό τον πάπα[2].
Οι Λατίνοι θα διοικούν στην Κωνσταντινούπολη έως το 1261, που η Πόλη ανακαταλήφθηκε από τους Βυζαντινούς. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν επανήλθε, όμως, στο παλιό της μεγαλείο, μέχρι την άλωσή της από τους Τούρκους (1453)[3].
Ενωτικές απόπειρες από το 1261 έως το 1438
Ο πατριάρχης Αρσένιος Αυτωρειανός (έως το 1264) συμφωνούσε με την παραδοσιακή άποψη του αυτοκράτορα Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρη, η οποία ήταν αντίθετη με τις παπικές αξιώσεις. Πίστευε ότι το χάσμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας ήταν μεγάλο και ότι για να γίνει μία ένωση έπρεπε να συγκληθεί μεγάλη σύνοδος υπό τον αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν ο μοναδικός ικανός να το κάνει και όχι ο πάπας.
Ακολουθεί η τύφλωση του νόμιμου ανήλικου αυτοκράτορα Ιωάννη Δ’ Λάσκαρη, από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο και η άνοδος του τελευταίου στο θρόνο[4]. Ο Μιχαήλ αντικατέστησε τον πατριάρχη Αρσένιο, με το Γερμανό Γ΄, αφού πρώτα τον εξόρισε. Έτσι, στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας είχε να αντιμετωπίσει τους Λασκαρίδες και το ‘’σχίσμα των Αρσενιατών’’[5].
Πέρα από τα εσωτερικά προβλήματα, ο Μιχαήλ είχε να αντιμετωπίσει πολλούς εξωτερικούς κινδύνους. Οι πιο σημαντικοί ήταν αυτοί που προέρχονταν από τη Δύση, η οποία είχε πάντα κατακτητικά σχέδια προς το Βυζάντιο, με την υποστήριξη του πάπα, που απέβλεπε στην αποκατάσταση των Φράγκων στην Κωνσταντινούπολη ή έστω στη υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στη Δυτική. Επιπλέον, είχε να αντιμετωπίσει και το βασιλιά της Σικελίας Μανφρέδο, που αποσκοπούσε στην κατοχή του βυζαντινού θρόνου. Όμως, προς όφελος του Βυζαντίου αυτοί οι δύο εχθροί του, μάχονταν μεταξύ τους. Αυτή η απειλητική τάση της Δύσης εμφανίστηκε αμέσως μετά τη διάλυση της Λατινικής αυτοκρατορίας[6].
Ο Μιχαήλ προσπάθησε να την εξουδετερώσει με διπλωματικά μέσα. Επιχείρησε να δελεάσει τον πάπα Ουρβανό Δ΄ κάνοντάς του λόγο για ένωση των εκκλησιών. Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν για αρκετό διάστημα (1261-1264), αλλά μία νέα απειλή για το Βυζάντιο ανέτρεψε τα πολιτικά δεδομένα, όταν ο Κάρολος ντ’ Ανζού, αδελφός του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου Θ΄, υποκινούμενος από τον πάπα Ουρβανό, αποφάσισε να επιτεθεί κατά του Μανφρέδου. Στη μάχη του Βενεβέντου, που έγινε στις 26 Φεβρουαρίου 1266, ο Κάρολος συνέτριψε τον Μανφρέδο και κατέλαβε το κράτος της Κάτω Ιταλία και Σικελίας[7].
Τον επόμενο χρόνο, με τη μεσολάβηση του νέου πάπα Κλημέντα Δ΄, που διαδέχτηκε τον Ουρβανό, ο Κάρολος έκλεισε συμφωνία με το νόμιμο φράγκο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Βαλδουίνο, το Μάιο του 1267. Είναι η συμφωνία του Βιτέρμπο, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ Καρόλου και Βαλδουίνου, η κατάλυση και η διανομή του κράτους του Μιχαήλ Η΄. Στα σχέδια αυτά του Καρόλου προσχώρησαν και τα άλλα ελληνικά, λατινικά και σλαβικά κράτη της Βαλκανικής[8].
Σε αυτή τη φάση ο Μιχαήλ Η΄ βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς οι δυνάμεις του δεν ήταν ικανές να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο. Υπήρχε, λοιπόν, μεγάλη ανάγκη να βρεθεί μία διπλωματική λύση. Τότε ο Μιχαήλ στράφηκε προς τον πάπα γιατί ήταν το μοναδικό άτομο που θα μπορούσε να επιβληθεί στον Κάρολο, κάνοντας πάλι λόγο για μία ενδεχόμενη ένωση των εκκλησιών[9].
Οι προσπάθειες του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου για ένωση των δύο εκκλησιών
Ο Μιχαήλ προσπάθησε να πείσει τον Κλήμη Δ΄ ότι οι Βυζαντινοί, μολονότι ήταν σε σχίσμα με τη Ρώμη, είχαν τη διάθεση για μία ένωση[10]. Επιπλέον, αντιλήφθηκε ότι υπήρχε διαφορά στις προσδοκίες του πάπα και του Καρόλου ντ’ Ανζού. Ο Κάρολος ήθελε να κατακτήσει το βυζαντινό θρόνο. Αντίθετα, το μόνο που ενδιέφερε τον πάπα ήταν η υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας και η αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας. Άλλωστε ο Κάρολος με τη συνεχή επέκτασή του στην Ν. Ιταλία αποτελούσε κίνδυνο και για τον παπικό θρόνο[11]. Για τον πάπα, αν η ενότητα γινόταν με την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας είχε καλώς, αλλιώς ακόμα καλύτερα θα ήταν για εκείνον, αν γινόταν με την εκούσια συγκατάθεση των Βυζαντινών. Ο πάπας υποστήριζε τον Κάρολο, αποκλειστικά και μόνο για να αναγκάσει το Μιχαήλ να ζητήσει την παπική υποστήριξη και να αποδεχτεί τους όρους που θα του θέσει[12].
Στις αρχές του 1267 ο πατριάρχης Ιωσήφ Α΄ Καλεσιώτης απηύθυνε, μετά από επιμονή του αυτοκράτορα, επιστολή προς τον πάπα Κλήμη Δ΄ (1265-1268), στην οποία πρότεινε την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο πάπας, όμως, δεν ήταν διατεθειμένος να προβεί σε υποχωρήσεις και ο Μιχαήλ ανέλαβε την πρωτοβουλία μιας πολιτικής προετοιμασίας της ένωσης[13].
Στο παρελθόν και άλλοι αυτοκράτορες προσπάθησαν να κερδίσουν την εύνοια του πάπα, προκειμένου να αποφευχθούν απειλητικές τάσεις των Δυτικών, αλλά ποτέ κάτω από τόσο δύσκολες συνθήκες. Η ενωτική πολιτική του αυτοκράτορα ερχόταν σε αντίθεση με τους υπηκόους του, που θυμούνταν τα χρόνια της λατινικής κατάκτησης και γενικότερα θεωρούσαν την εκκλησία της Ρώμης αιρετική. Η παράταξη των ανθενωτικών ήταν πολύ ισχυρή. Ηγέτης τους ήταν ο ισχυρός χαρτοφύλακας (αρχειοφύλακας στην Αγία Σοφία), Ιωάννης ΙΑ΄ Βέκκος. Αλλά και ο πατριάρχης Ιωσήφ, που απέκρουε τις βεβιασμένες πρωτοβουλίες του αυτοκράτορα[14].
Σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση μπορούσε να συζητηθεί και να επιλυθεί αυτό το ζήτημα, με μία οικουμενική σύνοδο, όπου οι πέντε πατριάρχες της Χριστιανικής Εκκλησίας, οι επίσκοποι Ρώμης, Κωνσταντινούπολης, Αλεξανδρείας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, όφειλαν να παρίστανται ή να εκπροσωπούνται. Οι πάπες αντίθετα, θεωρούσαν ότι εκείνοι είχαν των πρώτο λόγο[15].
Ο Μιχαήλ Η΄, λοιπόν, για να δοκιμάσει τον Κλήμη Δ΄, του πρότεινε να γίνει μία σύνοδος για το θέμα της ένωσης των εκκλησιών. Ο Κλήμης του απάντησε ότι δεν ήταν απαραίτητο να γίνει κάτι τέτοιο και τον κάλεσε να υπογράψει αυτός, ο πατριάρχης Κωνσταντινούπολης και ο λαός του ομολογία πίστεως στην Καθολική Εκκλησία, για να εξασφαλίσει την παπική προστασία από τους εχθρούς του. Η πρόταση του πάπα δεν ήταν δυνατό να γίνει αποδεκτή από τους Oρθοδόξους[16].
Το 1268 ο Κλήμης Δ΄ πέθανε και για τρία χρόνια δεν υπήρχε πάπας για να διαπραγματευτεί μαζί του ο Μιχαήλ. Γι’ αυτό ο αυτοκράτορας στράφηκε προς το βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο και τον παρακάλεσε να εμποδίσει τον αδερφό του Κάρολο να στραφεί εναντίον του Βυζαντίου. Ο Λουδοβίκος εν όψει της σταυροφορίας κατά των Μουσουλμάνων της Τύνιδας (1270), δεν ήθελε να είναι διασπασμένες οι χριστιανικές δυνάμεις και ανάγκασε τον Κάρολο ντ’ Ανζού για ένα διάστημα να μην ασχοληθεί με το Βυζάντιο. Όμως, τον Αύγουστο ο Λουδοβίκος πέθανε και έτσι, ο Κάρολος επέστρεψε πάλι στις προετοιμασίες του για την επιχείρησή του κατά του Βυζαντίου (1271). Η ανάγκη για ένωση ήταν μεγάλη[17].
Το Σεπτέμβριο του 1271 εκλέχθηκε πάπας ο Γρηγόριος Ι΄, που είχε υπηρετήσει ως παπικός λεγάτος (απεσταλμένος) στη Συρία[18]. Ο Μιχαήλ συγκάλεσε διάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσουν τις διαφορές που χώριζαν τις δύο εκκλησίες. Εδώ συμμετείχαν ο πατριάρχης Ιωσήφ και άλλοι επίσκοποι. Η διάσκεψη αυτή συγκλήθηκε πριν το τέλος του 1272, με την ευκαιρία της αφίξεως των απεσταλμένων του πάπα Γρηγορίου Ι΄, οι οποίοι μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη τα παπικά γράμματα. Μέσα σε αυτά τονιζόταν η δυνατότητα ένωσης των εκκλησιών, με βάση τη λατινική ομολογία πίστεως του Κλήμη Δ΄, και προσκαλούνταν ο πατριάρχης και ο αυτοκράτορας στη μελλοντική σύνοδο στη Λυών (1274)[19].
Ο πάπας Γρηγόριος είχε πάθος για τους Αγίους Τόπους και ήθελε να ενωθούν οι χριστιανοί σε μία σταυροφορία προς την Ιερουσαλήμ. Ζητούσε ένωση των εκκλησιών και ταυτόχρονα την υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στη Δυτική. Ο Μιχαήλ προκειμένου να απαλλαγεί από τον δυτικό κίνδυνο, δέχτηκε τον παπικό όρο[20]. Προσπάθησε να πείσει και τους υπολοίπους να δεχτούν και εκείνοι τους όρους, λέγοντάς τους ότι ο πάπας ήταν μακριά και δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να εμφανιστεί αυτοπροσώπως στην Κωνσταντινούπολη και να ζητήσει να κάνει χρήση των προνομιών του. Συνάντησε, όμως, φοβερή αντίσταση από το μεγαλύτερο μέρος του κλήρου, το λαό και από πολλά μέρη της αυτοκρατορικής οικογένειας[21].
Ο Μιχαήλ έκανε προσπάθειες να αποσπάσει την προσοχή του πατριάρχη και των επισκόπων του από θεολογικά θέματα, αλλά αυτό ήταν αδύνατο, γιατί οι επίσκοποι ήξεραν καλά ότι ο πάπας απαιτούσε, πέρα από την πίστη στη δυτική διατύπωση του Συμβόλου Πίστεως, και σε πολλές ξένες δογματικές και τελετουργικές μορφές, θέματα σπουδαιότατης σημασίας για τους ορθοδόξους.
Εκείνος που αντέδρασε σημαντικά σε όλα αυτά ήταν ο πατριάρχης Ιωσήφ, που πίστευε ότι η εκκλησία ήταν ελεύθερη έναντι των αυτοκρατορικών επιταγών και θεωρούσε το σχέδιο του Μιχαήλ ως προδοσία. Τελικά, στην αντιπολίτευση προστέθηκε και το κόμμα των Αρσενιατών, που είχε αρνηθεί την αναγνώριση του Ιωσήφ ως πατριάρχη. Σε όλα αυτά ο Μιχαήλ αντέδρασε με βίαιο τρόπο. Εξόρισε τον ανθενωτικό Ιωάννη Βέκκο και την αδερφή του ακόμα, Ευλογία , η οποία κατέφυγε στη βουλγαρική τσαρική αυλή. Κατόρθωσε, όμως, αργότερα να προσεταιριστεί τον Ιωάννη Βέκκο[22].
Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα στη φυλακή[23], ο Βέκκος είχε κατορθώσει να πείσει τον εαυτό του ότι το ρωμαϊκό Σύμβολο της Πίστεως μπορούσε να δεχτεί κάποιες αλλαγές, ώστε να γίνει αποδεχτό[24]. Από το 1273 έως το 1274 ο Ιωάννης Βέκκος και ο αυτοκράτορας Μιχαήλ έκαναν ασταμάτητα προπαγάνδα για το θέμα της ένωσης των εκκλησιών. Μάλιστα, τα επιχειρήματα του Ιωάννη Βέκκου ήταν η αιτία της προσχώρησης μέρους του κλήρου στις απόψεις του Μιχαήλ[25].
Η σύνοδος στη Λυών (1274) επί Μιχαήλ Η΄ [26]
Τελικά, ο αυτοκράτορας μπόρεσε να διορίσει την ολιγάριθμη αποστολή που θα τον αντιπροσώπευε στην παπική σύνοδο, που είχε οριστεί για το 1274. Επικεφαλής της συνόδου ορίστηκε ο μέγας λογοθέτης Γεώργιος Ακροπολίτης, ένας μορφωμένος διπλωμάτης, διανοούμενος και λίγο θεολόγος[27].
Η Ορθόδοξη Εκκλησία θα αντιπροσωπευόταν από τον τέως πατριάρχη Γερμανό Γ΄ και από τον επίσκοπο Νίκαιας Θεοφάνη. Κανένας τους δεν είχε εξαιρετικά προσόντα, ούτε ενέπνεαν σεβασμό. Ο Θεοφάνης, μάλιστα, είχε προσωπικές αμφιβολίες για την υπόθεση αυτή. Αλλά στην προκειμένη φάση ήταν ό, τι καλύτερο μπορούσε να βρει ο αυτοκράτορας. Συμμετείχαν και μερικοί ορθόδοξοι επίσκοποι και ηγούμενοι από τη Ν. Ιταλία[28].
Οι δύο πρώτες συνεδρίες της συνόδου αφιερώθηκαν στην οργάνωση σταυροφορίας. Μάλιστα, οι επίσκοποι υποσχέθηκαν για το σκοπό αυτό τη ‘’δεκάτη’’ από τα έσοδά τους. Οι βυζαντινοί αντιπρόσωποι έφθασαν με καθυστέρηση στις 24 Ιουνίου και όλοι οι καρδινάλιοι του πάπα και ο ίδιος τους υποδέχτηκαν με τον ασπασμό της ειρήνης. Οι βυζαντινοί απεσταλμένοι παρουσίασαν εκεί ομολογία πίστεως, σύμφωνα με αυτά που είχε ζητήσει ο πάπας, υπογεγραμμένη από τον αυτοκράτορα και τον συμβασιλέα του Ανδρόνικο. Ο Θωμάς ο Ακινάτης ήταν εντεταλμένος να εκφωνήσει ένα λόγο για τα λάθη των Ελλήνων, αλλά πέθανε στο δρόμο για τη Λυών[29].
Παρά τις συμφορές που υπήρξαν, καθώς το ένα από τα δύο πλοία της επιχείρησης χάθηκε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και όσοι απέζησαν, έφθασαν στη Γαλλία με καθυστέρηση, όπως έχει ειπωθεί, στις 6 Ιουλίου τελικά, έγινε η δεύτερη σύνοδος της Λυών, όπου κλείστηκε συμφωνία ανάμεσα στα δύο μέρη και υπογράφηκε η σχετική πράξη[30]. Ο καρδινάλιος Μποναβεντούρα έβγαλε ένα λόγο για την ένωση της χριστιανοσύνης. Τα έγγραφα από τον αυτοκράτορα και τους επισκόπους του αναγνώστηκαν ολόκληρα σε λατινική μετάφραση. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης ορκίστηκε, εκ μέρους του αυτοκράτορα, πίστη στον πάπα και αποδοχή του ρωμαϊκού Συμβόλου Πίστεως. Οι απεσταλμένοι του Μιχαήλ δέχτηκαν τις παπικές αξιώσεις, όχι, όμως, την προσθήκη του filioque στο σύμβολο της πίστεως. Ο πάπας έβγαλε λόγο στον οποίο ευχαριστούσε τους Έλληνες που αβίαστα επέστρεψαν στην ποίμνη, χωρίς να αποζητούν κανένα αντάλλαγμα. Και ενθουσιασμένος, συμβούλεψε τον Κάρολο ντ’ Ανζού να καθυστερήσει για έναν ακόμη χρόνο την επίθεσή του[31].
Για τον πάπα Γρηγόριο Ι΄ αυτή η σύνοδος ήταν μία θριαμβευτική πράξη, ενώ για τον Μιχαήλ Η΄ ήταν μία διπλωματική επιτυχία. Η ένωση στα μάτια των δυτικών σήμαινε ότι ο Μιχαήλ ήταν πλέον καθολικός ηγεμόνας, εναντίον του οποίου θα ήταν παράνομη κάθε πολιτική ενέργεια από μέρους των Δυτικών. Επίσης, ως καθολικός ηγεμόνας, ήταν νόμιμος διάδοχος του βυζαντινού θρόνου[32].
Όμως, αυτή η ένωση των δύο εκκλησιών δεν ήταν δυνατόν να έχει πραγματική υπόσταση. Η σύνοδος της Λυών, με την οποία αποφασίστηκε η ένωση δεν είχε συγκληθεί, σύμφωνα με τους κανόνες, ώστε να θεωρείται οικουμενική. Δε συμμετείχαν σε αυτήν οι τέσσερεις πατριάρχες της Ανατολής, ούτε οι αντιπρόσωποί τους και στα πλαίσιά της δεν είχε γίνει καμία θεολογική ή δογματική συζήτηση. Επομένως, όλες οι ενέργειες που έκανε ο αυτοκράτορας για την ένωση έγιναν μάταια[33].
Ο λαός αντιδρούσε συνεχώς και η αντίδραση αυτή μεγάλωνε ακόμα περισσότερο το χάσμα που υπήρχε ήδη, ανάμεσα στο λατινικό και ελληνικό κόσμο. Ο ανθενωτικός πατριάρχης Ιωσήφ δεν επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο, ως μη αποδεχόμενος τις αποφάσεις της συνόδου της Λυών[34]. Οι Ιωσηφίτες, οπαδοί του εξορισμένου πατριάρχη, ενωμένοι με τους Αρσενιάτες, οπαδούς του άλλοτε πατριάρχη Αρσενίου, κατηγόρησαν τους φιλενωτικούς ως αιρετικούς[35], ενώ πολλοί από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα διατηρούσαν ακλόνητες τις ορθόδοξες πεποιθήσεις τους[36].
Την επιμονή των ανθενωτικών στις απόψεις τους ακολούθησαν βιαιότητες εκ μέρους του κράτους. Οι ανθενωτικοί κηρύχθηκαν προδότες, οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και πολλοί μοναχοί, ιεράρχες και λαϊκοί φυλακίστηκαν. Επιπλέον, πολλοί φανατισμένοι ανθενωτικοί τυφλώθηκαν, ακρωτηριάστηκαν και εξορίστηκαν. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν και κατέφυγαν στη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Βουλγαρία ή την Τραπεζούντα[37].
Ο πάπας Γρηγόριος βλέποντας όλη αυτήν την κατάσταση που επικρατούσε, γύρω από το θέμα της ένωσης, έγινε δύσπιστος ως τις πραγματικές διαθέσεις των Βυζαντινών και ως προς τη δυνατότητα του αυτοκράτορα να επιβάλει την ένωση στο λαό του, έστω και αν ο ίδιος ο Μιχαήλ ήταν πρόθυμος για κάτι τέτοιο. Και οι διάδοχοι του Γρηγορίου έβλεπαν αυτή την αδυναμία του αυτοκράτορα. Και αν τελικά αποτύχαινε, θα έδιναν τις ευλογίες τους στον Κάρολο ντ’ Ανζού, ο οποίος καραδοκούσε για να κάνει την επίθεσή του.
Ο Ιωάννης της Θεσσαλίας συγκάλεσε ανθενωτική σύνοδο στην Νεόπατρα (χειμώνας 1276-1277), στην οποία αναθεμάτισε τον πάπα. Σε αντίποινα και ο Ιωάννης Βέκκος αναθεμάτισε τον Ιωάννη της Θεσσαλίας και το Νικηφόρο της Ηπείρου, σε σύνοδο που είχε συγκαλέσει στην Αγία Σοφία, τον Ιούλιο του 1277. Στο μεταξύ, μετά από εντολή του αυτοκράτορα συγκλήθηκε ακόμα μία σύνοδος στο παλάτι των Βλαχερνών (Απρίλιος 1277) για την ικανοποίηση των αξιώσεων του πάπα, όπου ο Ιωάννης Βέκκος διαβεβαίωσε τον πάπα Ρώμης Ιωάννη ΚΑ΄ (1276-1277) για την πλήρη πραγματοποίηση της ένωσης[38].
Ο νέος πάπας Νικόλαος Γ΄ (1277-1280) ζήτησε από τους απεσταλμένους του στην Κωνσταντινούπολη να απαιτήσουν σαφή και κατηγορηματική ομολογία πίστεως στη Ρώμη, από τον αυτοκράτορα, τον πατριάρχη και από κάθε έναν από τους ορθόδοξους κληρικούς. Δεν δεχόταν καμία απόκλιση από το δόγμα και τα πρωτεία της Αγίας Έδρας. Οι Βυζαντινοί όφειλαν να ζητήσουν συγχώρηση για το σχίσμα και επικύρωση της χειροτονίας τους[39].
Αυτές οι απαιτήσεις είχαν στο βαθιά θρησκευόμενο βυζαντινό λαό αντίθετα αποτελέσματα. Οι αντιδράσεις των ανθενωτικών εντάθηκαν. Ο πατριάρχης Ιωάννης Βέκκος κατηγορήθηκε ότι τάσσεται υπέρ της ικανοποιήσεως των νέων παπικών αξιώσεων, υπέβαλε παραίτηση, που δεν έγινε δεκτή[40]. Το μίσος των Βυζαντινών για τους Λατίνους ήταν εντονότερο. Έτσι, ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να ομολογήσει στον πάπα την αδυναμία του να επιβάλει όσα είχαν συμφωνηθεί, παρά τα σκληρά μέτρα, στα οποία είχε προβεί. Του είπε ότι δεν είχε υποστηριχτές στην προσπάθειά του για την ένωση. Για να πείσει, μάλιστα, τους παπικούς απεσταλμένους, ο Μιχαήλ έφτασε να τους οδηγήσει μέχρι τις φυλακές και να δουν με τα ίδια τους τα μάτια ότι είχε εξαντλήσει κάθε προσπάθεια για να αποτρέψει τα αισθήματα των ανθενωτικών, που φυλάκισε ακόμα και μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας[41].
Το μόνο πράγμα που μπόρεσε να κάνει ο Μιχαήλ, μπροστά στον κίνδυνο του Καρόλου ντ’ Ανζού ήταν να στείλει τον Σεπτέμβριο του 1279 νέα δήλωση υποταγής στη δυτική εκκλησία, υπογεγραμμένη, όμως, αυτή τη φορά μόνο από τον ίδιο και τον συμβασιλέα Ανδρόνικο. Όλα αυτά δεν καθησύχασαν, όμως, τον πάπα, με αποτέλεσμα η πίεσή του προς τον Κάρολο να μειωθεί[42].
Η αποκατάσταση της Ορθοδοξίας από τον Ανδρόνικο Β΄
Μετά το θάνατο του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, τον διαδέχτηκε ο γιος του, Ανδρόνικος Β΄ (1282-1328). Ήταν άνθρωπος μορφωμένος και έμπειρος στα διοικητικά θέματα, γιατί ήδη από το 1272 ασκούσε καθήκοντα συμβασιλέα. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι υπήρχαν πολλοί μέσα στην αυτοκρατορία που ήθελαν να απαλλαγούν από τη δυναστεία των Παλαιολόγων και άλλοι που είχαν υποφέρει από τις διώξεις του πατέρα του, εγκατέλειψε την πολιτική του πατέρα του.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο νέος αυτοκράτορας ήταν η καταγγελία της ένωσης της Λυών και η επαναφορά της Ορθοδοξίας[43]. Οι φυλακισμένοι και βασανισμένοι ανθενωτικοί αφέθηκαν ελεύθεροι και υμνήθηκαν ως ήρωες και μάρτυρες. Η αποκατάσταση της Ορθοδοξίας συνέβαλε όσο τίποτε άλλο στην επούλωση των πληγών και στην αναστήλωση του ηθικού του λαού. Επιβλήθηκε σε όλους τους ενωτικούς κληρικούς τρίμηνη στέρηση της θείας κοινωνίας. Ιερείς, όπως ο Κωνσταντίνος Μελιτηνειώτης και ο Γεώργιος Μετοχίτης, που είχαν υπηρετήσει ως απεσταλμένοι του πάπα και είχαν συλλειτουργήσει μαζί του, καθαιρέθηκαν. Έγινε αγιασμός στην Αγία Σοφία για να καθαριστεί από την αμαρτία και εγκαινιάστηκε πάλι[44].
Ο πατριάρχης Ιωσήφ Α΄ με σύνοδο καθαίρεσε τον Ιωάννη ΙΑ΄ Βέκκο, επειδή σφετερίστηκε τον πατριαρχικό θρόνο και υποστήριξε διδασκαλίες ξένες προς την ορθόδοξη πίστη. Ο καθηρημένος πατριάρχης Βέκκος συνέχισε την υποστήριξή των ενωτικών (υπάρχουν, μάλιστα και επιστολές στις οποίες ανέπτυξε τις λατινίζουσες θέσεις περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος). Νέα σύνοδος συγκλήθηκε (1283) και αναθεμάτισε τον Ιωάννη Βέκκο και τους οπαδούς του. Ο τελευταίος εξορίστηκε στην Προύσα. Με την θριαμβευτική επιστροφή του Ιωσήφ στον πατριαρχικό θρόνο εγκαταλείπεται η προοπτική ένωσης της Λυών[45].
Το θετικό είναι ότι η ανθενωτική πολιτική του Ανδρονίκου Β’, δεν προκάλεσε κακά, γιατί αυτό το διάστημα η Δύση ήταν διασπασμένη και δε συνέτρεχε κίνδυνος από εκεί. Οι ενωτικές πρωτοβουλίες περιορίστηκαν, λόγω τόσο της ‘’Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας’’ του παπισμού στην Αβινιόν (1309-1378) όσο και του μεγάλου παπικού σχίσματος (1378-1415)[46].
Εντούτοις, το φθινόπωρο του 1333 επί της βασιλείας του Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη απεσταλμένοι του πάπα της Αβινιόν Ιωάννου ΚΒ’ (οι Φραγκίσκος ντα Καμερίνο και Ριχάρδος, αρχιεπίσκοπος Χερσώνας) και διεξήχθησαν θεολογικές συζητήσεις με βυζαντινούς θεολόγους. Διακρίθηκε ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός, ο οποίος με φιλοσοφικούς συλλογισμούς αντέκρουσε την περί του filioque λατινική διδασκαλία και αρνήθηκε τη δυνατότητα γνώσεως ή ακριβούς περιγραφής της ουσίας του «απερινοήτου» Θεού ή των υποστατικών σχέσεων των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Οι θέσεις του προκάλεσαν την αντίδραση πολλών Ορθοδόξων με επικεφαλής τον Γρηγόριο Παλαμά[47].
Ο κίνδυνος από την Ανατολή και οι επαφές με την παπική εκκλησία κατά το β’ μισό του 14ου αιώνα
Η εντεινόμενη τουρκική απειλή, όμως, ανάγκασε τους Βυζαντινούς να στραφούν προς τη Δύση. Βυζαντινή αποστολή στάλθηκε προς τον πάπα Βενέδικτο ΙΒ΄ με επικεφαλής το λόγιο μοναχό Βαρλαάμ τον Καλαβρό και προέτρεπε τον πάπα να δεχθεί τη σύγκληση οικουμενικής συνόδου για την αντιμετώπιση των θεολογικών διαφορών και συνέστησε διατήρηση φιλικών σχέσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μέχρι την αποκατάσταση της ενότητας στην πίστη[48].
Ο διάδοχος του Ανδρονίκου Γ,΄ Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος μπροστά στον κίνδυνο επέκτασης των Τούρκων στη Βαλκανική στράφηκε πάλι προς τη Δύση. Απέστειλε πρεσβεία στον διαμένοντα στην Αβινιόν, πάπα Ιννοκέντιο ΣΤ΄ να ζητήσει βοήθεια και υποσχέθηκε την υποταγή της εκκλησίας της Ανατολής στον παπικό θρόνο. Μάλιστα, θα έστελνε ως όμηρο τον γιο του Μανουήλ. Ο πάπας προσπάθησε ανεπιτυχώς να υποκινήσει σε σταυροφορία τους Ενετούς, Γενουάτες ιππότες της Ρόδου και τον Γάλλο βασιλιά της Κύπρου[49].
Το 1367 απεστάλη νέα βυζαντινή πρεσβεία με τα ίδια αιτήματα και τις ίδιες προσφορές. Οι βυζαντινοί εκπρόσωποι συνάντησαν στη Ρώμη τον πάπα Ουρβανό Ε΄ και του ανήγγειλαν την απόφαση του αυτοκράτορα να δεχτεί τις παπικές αξιώσεις και την επιθυμία του να τον συναντήσει προσωπικά. Πράγματι, ο Ιωάννης Ε΄ έφτασε στη Ρώμη διά θαλάσσης (Αύγουστος 1369), μέσω Νεαπόλεως, συνοδευόμενος από πολλούς ανωτέρους μόνο πολιτικούς αξιωματούχους. Κατά τις λατινικές πηγές, ο αυτοκράτορας δέχτηκε να αναγνώσει τη συνταχθείσα κατ’ εντολή του πάπα, λατινική ομολογία πίστεως, την οποία ανέγνωσε πάλι κατά την επίσημη λειτουργία στο ναό του Αγίου Πέτρου[50].
Ο πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος απέκρουσε τις ενωτικές πρωτοβουλίες του αυτοκράτορα και με επιστολές του, κάλεσε όλους τους Ορθοδόξους της αυτοκρατορίας και τους πιστούς των πατριαρχείων της Ανατολής και των σλαβικών εκκλησιών να παραμείνουν αμετακίνητοι στην ορθόδοξη πίστη. Ο αυτοκράτορας που ταπεινώθηκε στη Βενετία για τα χρέη της αυτοκρατορίας και αποφυλακίστηκε, δεν πέτυχε θετικά αποτελέσματα. Ο πάπας κήρυξε μία νέα σταυροφορία κατά των Τούρκων, αλλά οι εκκλήσεις του προς τους ηγεμόνες της Δύσης δε βρήκαν απήχηση[51].
Ο διάδοχος του βυζαντινού θρόνου, Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου το 1399 αναχώρησε και αυτός με μεγάλη ακολουθία αξιωματούχων και κληρικών από την Κωνσταντινούπολη για να επισκεφθεί τη Βενετία, το Παρίσι, το Λονδίνο[52]. Οι υποσχέσεις που αποκόμισε από εκεί, δεν εκπληρώθηκαν, παρά τη μακρά παραμονή του στη Δύση[53]. Ωστόσο το ζήτημα της ένωσης πήρε νέες διαστάσεις και για τη Δύση, αφού οι δυτικές μεταρρυθμιστικές σύνοδοι της Πίζας (1409) και της Κωνστάντιας (1414-1418) προέβαλλαν την υπεροχή της συνόδου έναντι στον πάπα και έπλητταν το παπικό πρωτείο[54].
Ο Μανουήλ βαριά άρρωστος παραιτήθηκε το 1425 και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε μοναστήρι, με το όνομα Ματθαίος. Διάδοχός του και μέχρι τώρα συναυτοκράτοράς του ήταν ο Ιωάννης Η΄ (1425-1448). Ο Μανουήλ πριν πεθάνει είχε συμβουλέψει το γιο του να μη προβεί σε μία ενωτική πολιτική[55]. Ο Ιωάννης, όμως, στην προκειμένη περίπτωση το μόνο που είχε να κάνει ήταν να επιμείνει να γίνει η ένωση με τον τρόπο που όριζε η βυζαντινή παράδοση και να συγκληθεί σύνοδος[56].
Η Ενωτική Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439)[57]
Ευνοούσαν οι περιστάσεις αυτή την πρόταση. Ήδη από τις αρχές του 1431 είχε συγκληθεί στη Βασιλεία ενδολατινική σύνοδος για να εξετάσει το ζήτημα του κύρους των παπικών γνωμών στη λήψη των πιο σημαντικών αποφάσεων, γιατί υπήρχε μέσα στο δυτικό κόσμο αρκετός αριθμός Λατίνων εκκλησιαστικών που υποστήριζαν ότι η αυθεντία μιας συνόδου ήταν μεγαλύτερη από εκείνη του πάπα[58].
Ο Ιωάννης ήρθε σε επαφή με τον πάπα Μαρτίνο Ε΄ και μετά το θάνατό του, με το διάδοχό του Ευγένιο Δ΄, αλλά και με τους κύκλους της Βασιλείας. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας δε γνώριζε για τις διχογνωμίες στο εσωτερικό της ρωμαϊκής εκκλησίας, γι’ αυτό και απευθύνθηκε στον πάπα. Οι Βυζαντινοί, παρόλο που φοβούνταν τις οικουμενικές διεκδικήσεις της παποσύνης, συνέχιζαν να θεωρούν τον πάπα ηγέτη των χριστιανών της Δύσης.
Και ο πάπας και οι εκκλησιαστικοί κύκλοι της Βασιλείας, προσκάλεσαν τον Ιωάννη να στείλει αντιπροσώπους του. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας, λειτουργώντας διπλωματικά, το 1433 δέχτηκε τις προσκλήσεις και των δύο μερών. Έστειλε, λοιπόν, τρεις αντιπροσώπους του στη Βασιλεία. Από εδώ και έπειτα, η υπόθεση πήρε χαρακτήρα ανταγωνισμού πάπα και συνοδικών για το ποιος θα έχει την εύνοια των Ελλήνων απεσταλμένων, ώστε να αυξήσει το κύρος του. Και οι δύο πλευρές έστειλαν πρεσβευτές στην Κωνσταντινούπολη για να υποστηρίξουν τη θέση τους[59].
Ήταν πρωτοφανές αυτό που γίνονταν, καθώς ποτέ ξανά δεν είχε ζητηθεί τόσο επίμονα η εύνοια των Βυζαντινών από τη Δυτική Εκκλησία και η παραχώρηση που πέτυχαν ήταν κάτι που ποτέ άλλοτε πάπας δεν είχε επιτρέψει. Οι διαπραγματεύσεις για τη σύγκληση της συνόδου γινόταν επί τρία χρόνια ακόμα, περίπου. Τελικά, οι αντίπαλοι διασπάστηκαν. Ο πάπας Ευγένιος παίρνοντας με το μέρος του κάποιους από τους συνοδικούς, συμφώνησε να κάνει δική του σύνοδο στη Φερράρα, στη Βόρειο Ιταλία και οι Βυζαντινοί δέχτηκαν να στείλουν αντιπροσώπους τους στη σύνοδο που θα συγκαλούσε ο πάπας εκεί[60].
Ο αυτοκράτορας κλήθηκε από τον πάπα, μαζί με τους επισκόπους του να πάει εκεί για να γίνουν οι συζητήσεις και να λύσουν τις διαφορές του σχίσματος, αν αυτό ήταν δυνατό, σε μία μόνο οικουμενική σύνοδο. Ο αυτοκράτορας δέχτηκε την πρόταση αυτή και ο πάπας έσπευσε αμέσως να στείλει πλοία για τη μεταφορά τους, γιατί την ίδια στιγμή και οι συνοδικοί έκαναν το ίδιο. Ο Ιωάννης, όμως, είχε ήδη δεχτεί την πρόταση του πάπα.
Σε αυτή τη σύνοδο συμμετείχε μεγάλη αντιπροσωπεία των ανατολικών εκκλησιών, που αριθμούσε γύρω στα 700 μέλη. Ο πατριάρχης Ιωσήφ Β΄, αν και ήταν μεγάλης ηλικίας και άρρωστος, έπεισε τους τρεις ομολόγους του πατριάρχες της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ να στείλουν αντιπροσώπους. Άλλα εξέχοντα μέλη της συνοδείας ήταν ο Βησσαρίωνας, επίσκοπος Νίκαιας, ο Ισίδωρος, μητροπολίτης Κιέβου (που ήταν ένας από τους απεσταλμένους της συνόδου της Βασιλείας), ο Μάρκος Ευγενικός, επίσκοπος Εφέσου, ο μέλλων πατριάρχης, Γεώργιος Σχολάριος και ο φιλόσοφος Πλήθων (Γεμιστός), που ήταν δάσκαλος του Βησσαρίωνα[61].
Η κυρίως βυζαντινή αντιπροσωπία, που απαρτίζονταν από 30 επισκόπους και άλλους λαϊκούς, έφθασε εκεί στις αρχές Μαρτίου και στις 9 Απριλίου 1438 η σύνοδος άρχισε τις εργασίες της. Ήταν ένα γεγονός εντελώς διαφορετικό από αυτό της συνόδου της Λυών του 1274. Διήρκεσε όλο το 1438 και συνεχίστηκαν και το 1439 στην Φλωρεντία, όπου η σύνοδος μεταφέρθηκε στη συνέχεια. Οι λόγοι της μεταφοράς της εκεί ήταν και οικονομικοί, αλλά και επειδή στη Φερράρα εμφανίστηκε τότε επιδημία[62]. Το κόστος ήταν μεγάλο και το είχε αναλάβει όλο ο πάπας[63]. Αλλά η ικανοποίηση της νίκης του έναντι των συνοδικών ήταν μεγάλη[64].
Η μερίδα των ενωτικών στη Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε κερδίσει έδαφος τα προηγούμενα χρόνια χάρη στην επιρροή των μαθητών του Κυδώνη[65]. Εξακολουθούσαν όμως να αποτελούν μειοψηφία. Αντιμετώπιζαν τη ρωμαιοκαθολική πίστη και τα δόγματά της εγκεφαλικά, πράγμα που δεν έκαναν οι Βυζαντινοί[66].
Η υπογραφή της ένωσης των δύο εκκλησιών
Ύστερα από μακρές και συχνά οξείες συζητήσεις υπογράφηκε η ένωση των εκκλησιών. Κάποιες από τις διαφωνίες των δύο εκκλησιών, όπως η χρήση άζυμου άρτου στην Ευχαριστία, το λατινικό δόγμα περί Καθαρτηρίου, ακόμα και το φλέγον ζήτημα των πρωτείων του πάπα επιλύθηκαν ή συμφωνήθηκαν να παρακαμφθούν. Το πρόβλημα, όμως, της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος ήταν μεγάλο[67].
Ανέκαθεν για τους Βυζαντινούς η παρεμβολή του filioque από τους καθολικούς στο Σύμβολο της Πίστεως προκαλούσε ανεπίτρεπτη σύγχυση στο ευαίσθητο θέμα της σχέση των προσώπων της Αγίας Τριάδος μεταξύ τους και επομένως ανέτρεπε την ίδια την έννοια της θεολογίας, ως απόπειρας γνώσεως του Θεού. Το Άγιο Πνεύμα γι’ αυτούς ήταν εκείνο που εμφυσούσε την αλήθεια στους παριστάμενους της συνόδου, γι ‘αυτό είχε και διπλή σημασία το να έλθουν σε συμφωνία για τη φύση του. Τελικά, μετά από καιρό βρέθηκε μία συμβιβαστική λύση, η οποία προϋπέθετε την αναστολή της νοηματικής διάκρισης μεταξύ των προθέσεων ‘’εκ’’ και ‘’διά’’. Η πλευρά των Βυζαντινών αποδέχτηκε ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός διά του Υιού, λύση που άφηνε την ελευθερία στους Καθολικούς να ερμηνεύουν ως εκ του Υιού[68].
Στις 6 Ιουλίου 1439 διακηρύχτηκε επισήμως και γιορτάστηκε πανηγυρικά η ένωση των δύο χριστιανικών εκκλησιών. Ο πάπας έδωσε την ευλογία του και ο Τόμος της ένωσης, τα σχετικά έγγραφα δηλαδή, διαβάστηκαν στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας. Πρώτα διαβάστηκαν στα λατινικά από τον καρδινάλιο Τσεζαρίνι, που διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις επικεφαλής της καθολικής αντιπροσωπείας, και έπειτα στα ελληνικά από τον αρχιεπίσκοπο Νίκαιας Βησσαρίωνα. Τα αρχικά λόγια «Laetentur caeli» καλούσαν τους ουρανούς να χαρούν. Το τείχος που διαιρούσε τη χριστιανοσύνη για 437 χρόνια έπεφτε και ο αυτοκράτορας επέστρεψε στην πρωτεύουσά του με πολλές ελπίδες[69].
Οι αντιδράσεις για την ένωση
Ο λαός, όμως, του Βυζαντίου ήταν δυσαρεστημένος με τον Ιωάννη. Οι αντιδράσεις στην Κωνσταντινούπολη για τη σύνοδο της Φλωρεντίας ήταν παρόμοιες με εκείνες της συνόδου της Λυών, εκατόν εξήντα πέντε περίπου χρόνια πριν. Όσοι την υπέγραψαν θεωρούνταν προδότες και ο μόνος επίσκοπος που είχε αρνηθεί να την υπογράψει, ο Εφέσου Μάρκος Ευγενικός, επευφημήθηκε ως ομολογητής της πίστεως και κηρύχθηκε αρχηγός της αντιπολίτευσης[70]. Κάποιοι που είχαν υπογράψει, μόλις επέστρεψαν στην πατρίδα άλλαξαν γνώμη. Ένας από αυτούς ήταν ο Γεώργιος Σχολάριος, ο οποίος παρόλο που θαύμαζε το Θωμά Ακινάτη και ενδιαφερόταν για τη λατινική θεολογία, κατέληξε να πιστεύει ότι είχε προδώσει την πίστη των πατέρων του[71].
Η αντιπαράθεση πήρε πολιτικές διαστάσεις. Ο αδελφός του αυτοκράτορα Δημήτριος, που κατοικούσε ως δεσπότης στη Μεσημβρία, επιτέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, με τη βοήθεια των Τούρκων και την υποστήριξη από τους ανθενωτικούς, χωρίς βέβαια επιτυχία το καλοκαίρι του 1442, προσπαθώντας να γίνει ο νέος αυτοκράτορας που θα αναστήλωνε την Ορθοδοξία[72].
Ο Βησσαρίωνας, ένας εκ πεποιθήσεως ανθενωτικός και άλλοι σαν αυτόν, δεν τα κατάφεραν μπροστά στον φανατικό Μάρκο Ευγενικό. Ο Βησσαρίωνας στο μεταξύ είχε γίνει καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και στα τέλη του 1440 έφυγε για την Ιταλία και δεν επέστρεψε ποτέ ξανά. Αλλά παρόμοιες καταστάσεις παρατηρήθηκαν και σε άλλα μέρη του κόσμου, όπως ο Ισίδωρος του Κιέβου, που ο πάπας τον είχε χρίσει και αυτό καρδινάλιο, καταδικάστηκε και συνελήφθηκε ως προδότης με την επιστροφή του στη Ρωσία. Αναγκάστηκε και αυτός να φύγει στην Ιταλία[73].
Ο αυτοκράτορας προσπάθησε πολύ να εφαρμόσει την ένωση. Είχε βρεθεί και ένας πατριάρχης, ο οποίος μπορούσε με τη θέλησή του να μνημονεύσει τον πάπα στις λειτουργίες της Αγίας Σοφίας. Οι υπόλοιποι, όμως, ανατολικοί πατριάρχες αποκήρυξαν την ένωση και τις υπογραφές των αντιπροσώπων τους. Ο σουλτάνος Μουράτ Β΄ ήταν οργισμένος γιατί σκεφτόταν τις συνέπειες που θα είχε το γεγονός της ένωσης. Τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν άσχημη τροπή, ακριβώς όπως είχε προειδοποιήσει ο Μανουήλ Β΄ τον Ιωάννη πριν πεθάνει[74].
Τα αποτελέσματα της ένωσης της Φλωρεντίας[75]
Αν και η ένωση της Φλωρεντίας δεν είχε, φυσικά, άμεσα αποτελέσματα στο ζήτημα της παροχής στρατιωτικής βοήθειας στο Βυζάντιο, επέδρασε πάντως, στην απόφαση της Ουγγαρίας να αντιμετωπίσει την τουρκική προέλαση και επέτρεψε στη Δυτική Εκκλησία να απευθύνει έκκληση στη χριστιανική Δύση, καλώντας τη σε σταυροφορία εναντίον του Ισλάμ. Όλοι συνέτρεξαν να βοηθήσουν στο εγχείρημα αυτό και παρόλο που οι διαπραγματεύσεις κράτησαν σε μάκρος, τελικά το καλοκαίρι του 1443 και συγκεκριμένα τον Ιούλιο άρχισε η σταυροφορική εκστρατεία, με τη συμμετοχή περίπου 25.000 σταυροφόρων[76].
Τα πράγματα πήγαιναν καλά, όταν αντιπρόσωποί τους υπέγραψαν ανακωχή με το σουλτάνο Μουράτ Β΄ στην Αδριανούπολη, τον Ιούνιο του 1444[77]. Αυτό ήταν επιτυχία του σουλτάνου , ο οποίος ήλπιζε ότι με αυτόν τον τρόπο μείωνε το πολιτικό μένος των Δυτικών. Κοντά στη Βάρνα οι σταυροφόροι συγκρούστηκαν με τις τουρκικές δυνάμεις που ήταν τριπλάσιοι από αυτούς και ηττήθηκαν (Νοέμβριος 1444). Η ήττα αυτή σήμαινε την οριστική επικράτεια των Τούρκων στην νοτιοανατολική Ευρώπη. Μετά από αυτή την νίκη οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του δεσπότη του Μοριά Κωνσταντίνου και τον ανάγκασαν να αναγνωρίσει την επικυριαρχία του σουλτάνου και να του πληρώνει φόρο υποτέλειας (1446)[78].
Η αποτυχία της ένωσης των δύο εκκλησιών και η πτώση της Κωνσταντινούπολης
Το 1448 ο Ιωάννης Η΄ πέθανε. Η σύνοδος της Φλωρεντίας είχε αποτύχει. Το μόνο που πέτυχε ο Ιωάννης ήταν η δυσπιστία και η περιφρόνηση από το μεγαλύτερο μέρος του λαού του. Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος ΙΑ΄ (1449-1453), ο οποίος παρόλη την ικανότητά του δε γινόταν να αλλάξει τα πράγματα και να εμποδίσει την άλωση της Πόλης. Οι προσπάθειές του για εξασφάλιση εξωτερικής βοήθειας απέτυχαν. Δεν κατάφερε να πετύχει ούτε την παπική βοήθεια με την εφαρμογή των αποφάσεων της συνόδου της Φλωρεντίας, γιατί οι ανθενωτικοί αντιδρούσαν δυναμικά. Εκτός από αυτό και οι Δυτικοί ήταν απασχολημένοι τότε από αντιθέσεις μεταξύ τους και δεν θα ήταν σε θέση να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια κατά των Τούρκων[79].
Ο Κωνσταντίνος μάταια προσπαθούσε να πείσει τον πάπα Νικόλαο Ε΄, που είχε διαδεχθεί τον Ευγένιο το 1447 και ήταν φίλος του Βησσαρίωνα, ότι οι προσπάθειες ένωσης της Φλωρεντίας δεν έγιναν άσκοπα. Ο πατριάρχης Γρηγόριος Γ΄ Μάμμας (Μελισσηνός) απέτυχε να προωθήσει μία συμβιβαστική λύση και μετά την εκθρόνισή του (1450) αναγκάστηκε να καταφύγει στη Ρώμη[80]. Οι μετριοπαθείς ανθενωτικοί απέρριπταν κατηγορηματικά τις αποφάσεις της συνόδου της Φλωρεντίας και με επιστολή τους στον πάπα, ζητούσαν νέα σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη με ολιγομελείς αντιπροσωπίες Λατίνων και Ορθοδόξων (1451), για μία νέα διευθέτηση του ζητήματος των εκκλησιαστικών διαφορών. Οι αυστηροί, όμως, ανθενωτικοί δε δέχτηκαν την πρόταση αυτή και αντέδρασαν.
Ο πάπας Νικόλας Ε΄ (1447-1455) επέμενε να εφαρμοστεί άμεσα η ένωση της Φλωρεντίας και ζήτησε την αποκατάσταση του εκθρονισμένου ενωτικού πατριάρχη Γρηγορίου Μάμμα. Εξέφραζε μάλιστα, το παράπονό του ότι ο αυτοκράτορας δεν είχε προσπαθήσει αρκετά στο να διαφωτίσει το λαό του για τα προτερήματα της ένωσης των εκκλησιών[81].
Το 1452 ο πάπας διόρισε λεγάτο του τον καρδινάλιο Ισίδωρο, τον οποίο τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη[82], μαζί με διακόσιους τοξότες από τη Νάπολη. Αρχικά, φαινόταν ότι ήταν μία εμπροσθοφυλακή κάποιας μεγαλύτερης δύναμης, που θα ερχόταν από τη Δύση, μόλις οι Έλληνες υποτάσσονταν στον πάπα. Στην πραγματικότητα ο Ισίδωρος έφθασε στην Κωνσταντινούπολη για να ανακηρύξει πανηγυρικά την ένωση των εκκλησιών. Οι αντιδράσεις των ανθενωτικών ήταν μεγάλες. Τελικά, το Δεκέμβριο του 1452 μπροστά στον τουρκικό κίνδυνο οι ανθενωτικοί κατέβασαν τους τόνους[83]. Ακολούθησε και λειτουργία στην Αγία Σοφία παρουσία του αυτοκράτορα, με συνδυασμό καθολικού και ορθόδοξου τυπικού. Έπειτα, διαβάστηκε δημοσίως το ψήφισμα της ένωσης, όπως είχε υπογραφτεί στη Φλωρεντία.
Οι αντιδράσεις, όμως, δεν είχαν παύσει[84]. Ο Γεώργιος Σχολάριος, τώρα μοναχός Γεννάδιος, κάρφωσε στην πόρτα του κελιού του ένα μανιφέστο στο οποίο βεβαίωνε ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να προδώσει την πίστη του. Προειδοποιούσε ότι η ένωση ήταν έργο του κακού και πως η οργή του Θεού θα έπεφτε πάνω σε όλους[85].
Όντως, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄, φρόντισε να απομονώσει διπλωματικά το Βυζάντιο. Στις αρχές του Απριλίου του 1453 άρχισε η τελευταία πολιορκία της Κωνσταντινούπολης και μετά από σκληρούς αγώνες την αυγή της 29ης Μαΐου του ίδιου έτους ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος έπεσε με ηρωικό τρόπο, μαζί με την πόλη του. Η άνοδος στο θρόνο του ανθενωτικού Γεννάδιου Σχολαρίου έκλεισε οριστικά κάθε συζήτηση για ένωση της Φλωρεντίας[86].
Επίλογος
Η διάσπαση των εκκλησιών με βάση δογματικά, θεολογικά, γλωσσικά, πολιτικά και γεωγραφικά σύνορα, και το θεμελιώδες ρήγμα δεν θεραπεύτηκαν ποτέ. Αν και θεωρείται ότι οι δύο Εκκλησίες επανασυνδέθηκαν το 1274 (με τη Β΄ Σύνοδο της Λυών) και το 1439 (με τη Σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας), αυτές οι σύνοδοι αποκηρύχθηκαν από τον ορθόδοξο κόσμο συνολικά, δεδομένου ότι οι ιεράρχες είχαν υπερβεί την αρμοδιότητά τους με τη συγκατάθεση σε αυτές τις αποκαλούμενες «ενώσεις»[87].
Οι περαιτέρω προσπάθειες να συμφιλιωθούν οι δύο εκκλησίες έχουν αποτύχει. Εντούτοις, διάφορες εκκλησιαστικές κοινότητες, που πλαισίωσαν αρχικά την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, έπειτα προσκολλήθηκαν στο Βατικανό, και καλούνται τώρα ελληνόρυθμες καθολικές εκκλησίες (Ουνία). Ως επί το πλείστον, όμως, οι δυτικές και ανατολικές εκκλησίες βρίσκονται σε διάσταση. Καθεμία υποστηρίζει ότι είναι η «Μια Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», υπονοώντας ότι ήταν η άλλη ομάδα, εκείνη που άφησε την αληθινή εκκλησία κατά τη διάρκεια του σχίσματος.
Βιβλιογραφία – Αναφορές
[1] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 6-7. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 18.
[2] Μ. Ανάστος, Θεολογία 377. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 15-17.
[3] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 19. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 11. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 26-27, 38. Για περισσότερα – βλ. G. Walter, La ruine de Byzance 1204-1453, Paris 1958. – Βλ. επίσης Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (The Cambridge Medieval History, t. IV: The Byzantine Empire, Part I: Byzantium and its Neighbours – II: Government, Church and Civilization, ed. J. M. Hussey et al., Cambridge 1966-1967. – Βλ. επίσης C. Cahen, Pre-Ottoman Turkey, London 1968.
[4] Δούκας 13. – Βλ. D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 71-72. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 147.
[5] Γρηγοράς 107-110. – Βλ. Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 38-46,82. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 11. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 80-83. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 86.
[6] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 21, 67, 76. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 86. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 84.
[7] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 11. – Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 591. – Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 89, 91. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 86. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 135-136, 138. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 84-85. – A. Vasiliev, Ιστορία 821.
[8] J. Boojamra, Byzantine Notion 63-64. – Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 92, 100. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 90. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 85.
[9] D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 24. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 88-89.
[10] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 91.
[11] Γρηγοράς, Ρωμαϊκή Ιστορία 125.
[12] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 109. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 90. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 140.
[13] Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 591. – Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 97.
[14] Ο Ιωάννης Βέκκος κατά το Γρηγορά (Γρηγοράς, Ρωμαϊκή Ιστορία 128) «συνετός ἀνήρ έν τοῖς μάλιστα καί λόγου καί παιδείας τρόφιμος, τοσούτοις δέ καί παρά τῆς φύσεως συγκροτημένος χαρίσμασιν ὅσοις τῶν τότε ἀνθρώπων οὐδείς.. Τούτοις ἄριστα τοῦτον ἡ φύσις ἐξώπλισεν, ὡς εἶναι βασιλεῦσι καί ἄρχουσι καί πᾶσι σοφοῖς αἰδέσιμον καί λαμπρόν περιλάλημα». – Βλ. J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 460. – Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 591. – Για περισσότερες πληροφορίες για την άρνηση του πατριάρχη Ιωσήφ έναντι των ενωτικών σχεδίων του αυτοκράτορα Μιχαήλ – βλ. Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 155-162. – Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 127. – Ο όρος ‘’χαρτοφύλαξ’’ σημαίνει αρχειοθέτης, γενικός γραμματέας του Πατριάρχη. – Βλ. D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες, Γλωσσάριο 647. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 147.
[15] D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 25.
[16] J. Boojamra, Byzantine Notion 64. – Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 591. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 26.
[17] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 110, 113-127. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 26. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 91-93. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 140-141. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 85.
[18] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 127. – Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 126.
[19] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 132, 139.
[20] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 128-129, 133. – Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 126. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 93-94.
[21] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 139. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 27.
[22] Ο Γρηγοράς περιγράφει τα μέσα πιέσεως που άσκησε ο αυτοκράτορας (Γρηγοράς, Ρωμαϊκή Ιστορία 127) «ἧς πρός πολλά καί διάφορα μεριζομένης εἴδη, πάντα ἦσαν ἐνεργά τῷ βασιλεῖ, δημεύσεις, ἐξορίαι, φυλακαί, ὀφθαλμῶν, ἀφαιρέσεις, μάστιγες, χειρῶν ἐκτομαί, πάντα οἷς αἱ γνῶμαι τῶν ἀνδρικῶν καί μή δοκιμάζονται». – Βλ. Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 237-238. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 27-28. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 95-96.
[23] Παχυμέρης, Συγγραφικαί ἰστορίαι V, 485.
[24] Παχυμέρης, Συγγραφικαί ἰστορίαι V, 495.
[25] J. Gill, Church Union 295-299. – J. Boojamra, Byzantine Notion 62. – Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 237-238. – Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 126. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 98.
[26] Βλ. περισσότερα στην ειδική μελέτη της H. Evert-Kappesova, La société byzantine et l’union de Lyon, Byzantinoslavica 10 (1949) 28-41.
[27] D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 98. – Ο όρος ‘’Μέγας Λογοθέτης’’ σημαίνει πρωθυπουργός της αυτοκρατορίας, υπεύθυνος της δημόσιας διοίκησης και των ξένων υποθέσεων. – Βλ. D. Nicol, ό. π., Γλωσσάριο 648.
[28] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 223-224. – Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 128. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 98-99. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 145.
[29] Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 596.
[30] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 11. – Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 224. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 145. – A. Vasiliev, Ιστορία 822.
[31] Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 227. – Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 128. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 28. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 99-100. – Ο Κάρολος δέχτηκε πολεμική εκεχειρία έως την 1η Μαΐου 1276. – Βλ. G. Ostrogorsky, Ιστορία 145. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 86. – A. Vasiliev, Ιστορία 822-823.
[32] D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 100.
[33] Ο Γρηγοράς γράφει για την ένωση ότι έγινε «ὑφ’ ὅρῳ τριῶν κεφαλαίων, ἑνός μέν ἐν ταῖς ἰεραῖς ὑμνωδίαις τον πάπαν εἰς τά δίπτυχα μνημονεύεσθαι ὁμοῦ τοῖς ἑταέροις τέτταρσι πατριάρχαις, δευτέρου τοῦ ἐκκλήτου καί τρίτου τοῦ πρωτεύειν ἐν πᾶσι. Περί τῆς προσθήκης, ἥν ἐκεῖνοι εἰς το ἱερόν καινοτομοῦσι σύμβολον, ἤ περί τινος άλλης οἱασοῦν ὑποθέσεως, ἀναγκαστική τις ἔρις οὐ συνηνέχθη». – Βλ. Γρηγορά, Ρωμαϊκή Ιστορία 125. – Βλ. Χ. Αραμπατζής, Σύνοδος Λυών 234-235.
[34] Παχυμέρης, Συγγραφικαί ἰστορίαι V, 511.
[35] Οι ανθενωτικοί, ενθαρρυμένοι από τον εκθρονισμένο πατριάρχη Ιωσήφ, αποδοκίμαζαν την ένωση «ὡς σφαλεράν καί Θεοῦ πόρρω βάλλουσιν, ἅμα δε καί τούς ἰταλους ένόχους αἱρεσιν οὐ συνεσκιασμέναις ἄλλως καί ἀμφιβόλοις, ἀλλ’ ἐμφανέσι τε καί λαμπραῖς..». – Βλ. Παχυμέρης, Συγγραφικαί ἰστορίαι V, 529, 533.
[36] D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 107-108. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 106-107. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 86. Για τις αντιδράσεις των Βυζαντινών – βλ. την ειδική μελέτη του D. M. Nicol, The Byzantine reaction to the Second Council of Lyons, 1274, Studies in Church History 7 (1971) 113-146 (= Collected Studies, τ. Ι, Byzantium: its ecclesiastical history and relations with the western world, Variorum Reprints, London 1972, αρ. VI.).
[37] Ο Παχυμέρης γράφει για αντιδράσεις που υπήρξαν από μελή της αυτοκρατορικής οικογένειας και μάλιστα περιγράφει τις τιμωρίες που τους επέβαλε ο Μιχαήλ. – Βλ Παχυμέρης, Συγγραφικαί ἰστορίαι V, 503-505. – Βλ. Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 128.
[38] Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 598. – Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 130. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 108.
[39] Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 598-599. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 109.
[40] Παχυμέρης, Συγγραφικαί ἰστορίαι VI, 575-577.
[41] Τ. Κιουσοπούλου, Κοινωνική διάσταση 25.
[42] Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 130. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 111-112. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 86.
[43] Μετά τα γεγονότα του Σικελικού Εσπερινού παύει να υπάρχει ο κίνδυνος του Καρόλου ντ’ Ανζού. Ο Σικελικός Εσπερινός είναι το γεγονός της εξέγερσης του λαού της Σικελίας το 1282. Έτσι, ο Πέτρος Γ΄ της Αραγωνίας νίκησε τον Κάρολο. Σε αυτό το γεγονός συνέβαλε και ο Μιχαήλ σημαντικά. – Βλ. Κ. Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ Η΄ 132-133.
[44] Παχυμέρης, Συγγραφικαί ἰστορίαι I, 33-43, 63-65. – Γρηγοράς 144-146. – Βλ. J. Boojamra, Byzantine Notion 65. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 175. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 87.
[45] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 11. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 156-157.
[46] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 18-19. – Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 604.
[47] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 16. – J. Boojamra, Byzantine Notion 66-67. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 74. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 277. – A. Vasiliev, Ιστορία 837.
[48] Α. Λαΐου, Βασιλεία Ανδρονίκου Β΄ 172-173. – Για περισσότερες πληροφορίες πάνω στα βυζαντινά αιτήματα για οικουμενική σύνοδο τον δέκατο τέταρτο αιώνα -βλ. την ειδική μελέτη του M. Nicol, Byzantine Requests for an Oecumenical Council in the Fourteenth Century, Annuarium Historiae Conciliorum 1 (1969) 69-95 (= Byzantium: its ecclesiastical history and relations with the western world, Variorum Reprints, London 1972, αρ. VIII).
[49] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 12. – Α. Λαΐου, Βασιλεία Ανδρονίκου Β΄(1282-1328) 174. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 109. – Ο 14ος αιώνας ήταν αυτός της «Βαβυλώνιας Αιχμαλωσίας». Από το 1305 έως το 1378 οι επτά πάπες που κατείχαν διαδοχικά το θρόνο του Αγίου Πέτρου, έμεναν σχεδόν μονίμως, στην Αβινιόν και όπου στην πραγματικότητα εξαρτιόνταν από τους Γάλλους βασιλείς. – Βλ. A. Vasiliev, Ιστορία 839.
[50] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 71. – J. Boojamra, Byzantine Notion 71. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 115. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 238-239. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 86. – A. Vasiliev, Ιστορία 839-840.
[51] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 17. – J. Boojamra, Byzantine Notion 69. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 239. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 94.
[52] Δούκας 56.
[53] Ψευδο-Σφραντζής, Χρονικόν 202. – Βλ. D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 131.
[54] Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 602. – J. Boojamra, Byzantine Notion 72. – Μ. Ανάστος, Θεολογία 381. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 484. – A. Vasiliev, Ιστορία 842.
[55] Ψευδο-Σφραντζής, Χρονικόν 318-320. – Βλ. J. Gill, Personalities 107. – Ο ιστορικός Σφραντζής καταγράφει μία συζήτηση στο παλάτι, που άκουσε ο ίδιος τυχαία, κατά την οποία ο Μανουήλ συμβουλεύει το γιο του να μην ακολουθήσει ενωτική πολιτική. – Βλ. D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 529. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 264.
[56] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 13, 16. – J. Boojamra, Byzantine Notion 72. – Αυτό που ήθελε να πετύχει, με την επιμονή του για ένωση, ο Ιωάννης ήταν να εξασφαλίσει στρατιωτική και οικονομική βοήθεια από τη Δύση, που ήταν αναγκαία εν όψει του τουρκικού κινδύνου. – Βλ. Τ. Κιουσοπούλου, Κοινωνική διάσταση 25. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 49-50. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 526. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 99.
[57] Για περισσότερες πληροφορίες – βλ. Β. Φειδάς, Μεθοδολογικά προβλήματα της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας, Αθήνα 1990. – Βλ. επίσης και την ειδική μελέτη του Christian Unity. The Council of Ferrara-Florence 1438/39-1989, έκδ. G. Alberigo, Leuven 1991, σ. 153-175.
[58] Π. Γουναρίδης, Πολιτικές διαστάσεις 107, 109. – J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 17-19. – Περισσότερα για τη σύνοδο της Βασιλείας – βλ. J. Gill, ό. π., Η σύνοδος της Βασιλείας και οι Έλληνες 53-97. – Μ. Ανάστος, Θεολογία 381-382.
[59] Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 604-605. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 549-550.
[60] D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 150-151.
[61] Δούκας 213-214. – Για τα ονόματα των μελών της συνοδείας – βλ. Σιλβέστρο Συρόπουλος, Memoirs, ed. V. Laurent, Les ‘Memoires’ dy Grand Ecclesiarque de L’ Eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le Concile de Florence (1338-1439) (Paris, 1971). – Βλ. Π. Γουναρίδης, Πολιτικές διαστάσεις 115-116. – J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 131-132. – J. Gill, Personalities 187. – J. Gill, ό. π., The ¨acta¨ and the memoirs of Syropoulus as history 145-177. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 551-552. – A. Vasiliev, Ιστορία 843.
[62] Δούκας 213.
[63] Δούκας 212.
[64] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 20-23. – J. Gill, Personalities 100-101. – Περισσότερα για το κόστος της συνόδου – βλ. J. Gill, ό. π., The cost of the Council of Florence 186-203. – J. Gill, Church Union 377. – Τ. Κιουσοπούλου, Κοινωνική διάσταση 26, 27. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 554. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 265. – A. Vasiliev, Ιστορία 841.
[65] Σημαντική πηγή για την εποχή αυτή είναι και ο Κυδώνης. – Βλ. Επιστολές του Δημητρίου Κυδώνη, έκδ. R.-J. Loenertz, Démétrius Cydonès, Correspondence, t. I-II, [Studie e Testi 186 e 208] Vaticano 1956, 1960.
[66] Για περισσότερα – βλ. J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας, Η Φλωρεντία καί αἰ δογματικαί συζητήσεις 210-262.
[67] Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 606. – Π. Γουναρίδης, Πολιτικές διαστάσεις 117-123. – Μ. Ανάστος, Θεολογία 382. – A. Vasiliev, Ιστορία 843.
[68] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας, Ἔνωσις: Ἡ ἐκπόρευσις τοῦ Αγίου Πνεύματος 263-312. – Για περισσότερα – βλ. J. Gill, Personalities, Agreement on the filioque 254-263. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 154. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 556, 557-558.
[69] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 339, 478-481. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 560. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 265. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 99.
[70] Δούκας 214.
[71] Ο Δούκας περιγράφει τους ιεράρχες, όταν αποβιβάζονταν στο λιμάνι της Πόλης ομολογούσαν με πικρία «πεπράκαμεν την πίστιν ἠμῶν». – Βλ. Δούκας 215-216. – Βλ. J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 169. – Τ. Κιουσοπούλου, Κοινωνική διάσταση 34. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 562, 624-625. – Π. Γουναρίδης, Πολιτικές διαστάσεις 126. – Μ. Ανάστος, Θεολογία 383. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 99. – A. Vasiliev, Ιστορία 844.
[72] Ψευδο-Σφραντζής, Χρονικόν 64. – Χαλκοκονδύλης, Αποδείξεις Ιστοριών 80. – Βλ. J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 432. – Τ. Κιουσοπούλου, Κοινωνική διάσταση 30.
[73] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 414. – J. Gill, Personalities 50. – Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 622, 624. – Σ. Βαρναλίδης, Γρηγόριος Γ΄ 70. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 562-563. – G. Ostrogorsky, Ιστορία 266-167.
[74] D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 156. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 566. – Μ. Ανάστος, Θεολογία 383.
[75] Για τις πνευματικές επιπτώσεις της συνόδου -βλ. την ειδική μελέτη του I. Sevčenko, Intellectual repercussions of the Council of Florence, Church History 24 (1955) 291-323.
[76] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 383. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 157. – N. Necipoglu, Bizantium 36.
[77] Βλ. Ε. Α. Ζαχαριάδου, Ιστορία και θρύλοι των παλαιών σουλτάνων (1300-1400), [ΜΙΕΤ] Αθήνα 1991.
[78] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 384, 386. – Σ. Βαρναλίδης, Γρηγόριος Γ΄ 64. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 158. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 567-568. – Α. Σαββίδης, Ιστορία 125. – N. Necipoglu, Bizantium 37.
[79] D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 160. – A. Vasiliev, Ιστορία 845-846.
[80] Σ. Βαρναλίδης, Γρηγόριος Γ΄ 88. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 164.
[81] Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία 625-626. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 581.
[82] Δούκας 252.
[83] J. Gill, Personalities 75. – Σ. Βαρναλίδης, Γρηγόριος Γ΄ 109.
[84] Δούκας 254-255: «ὁ χυδαίος οὖν καί ἀγοραῖος λαός ἔξελθόντες ἐκ τῆς αὐλῆς τοῦ μοναστηρίου ἐν καπυλείας κρατῶντες ἐν χερσί τάς φιάλας πλήρεις ἀκράτου, ἀνεθεμάτιζον τους ἑνωτικούς, πίνοντες εἰς πρεσβείαν τῆς εἰκόνας τῆς θεομήτορος, καί παρακαλοῦντες αὐτήν τοῦ γενέσθαι προστάτις καί άρωγός τῆς Πόλεως, ὥς πότε κατά τοῦ Χορσρόου καί τοῦ Χαγάνου καί κατά Ἀράβων, οὕτω καί νῦν κατά τοῦ Μεχμέτ΄ , ‘’την γάρ Λατίνων οὔτε βοήθειαν οὔτε την ἕνωσιν χρήζομεν΄ ἄπεστω ἀφ’ ἡμῶν ἡ τῶν ἀζυμιτῶν λατρεία’’».
[85] Δούκας 253-254. – Βλ J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 446-447, 450-451. – Σ. Βαρναλίδης, Γρηγόριος Γ΄ 87, 117. – Τ. Κιουσοπούλου, Κοινωνική διάσταση 33-34. – Μ. Ανάστος, Θεολογία 383. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 165. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 589-590. – A. Vasiliev, Ιστορία 846.
[86] J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 451. – Σ. Βαρναλίδης, Γρηγόριος Γ΄ 125. – D. Nicol, Τέλος Αυτοκρατορίας 170-171, 174. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 585, 608-613. – A. Vasiliev, Ιστορία 846-847. – N. Necipoglu, Bizantium 37-38.
[87] Δούκας 264. – Όσοι επέστρεψαν μετά την Άλωση αποκήρυξαν τη σύνοδο της Φλωρεντίας, λέγοντας ότι έγινε κάτω από πίεση. Μάλιστα, ο Λουκάς Νοταράς, σημαντικό πρόσωπο της εποχής, που κατείχε και το αξίωμα του Μέγα Δούκα, είπε «κρειττότερον ἐστίν εἰδέναι ἐν μέσῃ τῇ πόλει φακιόλιον βασιλεῦον Τούρκων ἤ καλύπτραν λατινικήν». – Βλ. J. Gill, Σύνοδος Φλωρεντίας 436. – D. Nicol, Τελευταίοι αιώνες 590. – Ο όρος ‘’Μέγας Δούξ’’ σημαίνει διοικητής του αυτοκρατορικού ναυτικού. Μερικές φορές ήταν καθαρά τιμητικός τίτλος που απονέμονταν και σε ξένους. – Βλ. D. Nicol, ό. π., Γλωσσάριο 648.
Πηγή εικόνας
Βιογραφικό Συντάκτριας
https://greekhumans.com/h-vasiliki-polyzwnh-syntaktria-sto-greekhumans/